Ήταν επιχειρηματίας, έμπορος και ευεργέτης. Αλλά κυρίως, ήταν εκσυγχρονιστής της Μόσχας: ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Αλεξέγιεφ, γόνος μικτής οικογένειας, ρωσικής και ελληνικής καταγωγής, «επιστρέφει» στην επικαιρότητα καθώς στη ρωσική πρωτεύουσα σχεδιάζεται να τοποθετηθεί ένα μνημείο αφιερωμένο σε εκείνον, 133 χρόνια μετά τη δολοφονία του, το 1893.
Η πρωτοβουλία για το μνημείο ανήκει στη Ρωσική Στρατιωτική Ιστορική Εταιρείας, ενώ στηρίζεται από το Σύλλογο Ελλήνων Μόσχας.
Ο Νικολάι Αλεξέγιεφ του Αλεξάνδρου γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1852 στη Μόσχα, γόνος οικογένειας παλαιών εμπόρων. Ήταν γιος του 30χρονου Ρώσου Αλεξάντρ Αλεξέγιεφ και της 20χρονης Ελληνίδας Ελιζαβέτας Μποσταντζόγλου.

Αν κοιτάξουμε το οικογενειακό δέντρο από την πλευρά του πατέρα, θα πάμε στις αρχές του 18ου αιώνα για να δούμε πώς οι πρόγονοί του εξελίχθηκαν από πωλητές του αρακά στην πρωτεύουσα σε ιδιοκτήτες βιοτεχνίας χρυσών και αργυρών συρμάτων και νημάτων. Το 1812, λόγω της προέλασης του Μεγάλου Ναπολέοντα στη Ρωσία, η βιοτεχνία κάηκε, αλλά η οικογένεια κατάφερε να ορθοποδήσει.
Τη δεκαετία του 1830 διηύθυναν τρεις βιοτεχνίες: μία μάλλινων ειδών, μία βαμβακερών, και μία βιοτεχνία βαφής ενδυμάτων. Έτσι, η οικογένεια των Αλεξέγιεφ έγινε μία από τις πλουσιότερες και σεβάσμιες δυναστείες εμποροβιοτεχνών της Μόσχας.
Τέτοια ήταν η δύναμή τους, που όποιον μεγαλοπιανόταν την εποχή εκείνη, οι Μοσχοβίτες έψεγαν ειρωνικά: «Δεν είσαι δα και Αλεξέγιεφ!».
Η μητέρα του Νικολάι, η Ελιζαβέτα, προερχόταν επίσης από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της ο Μιχαήλ Μποσταντζόγλου του Ιωάννη ήταν Έλληνας που μετανάστευσε στη Μόσχα από την ουκρανική πόλη Νέζιν και πλούσιος βιοτέχνης καπνού. Η μητέρα της λεγόταν Ελένη Γεωργαντά και ήταν ελληνικής καταγωγής, πιθανώς από την Μικρά Ασία.

Ο μικρός Νικολάι έμαθε γράμματα στο σπίτι και δεν σπούδασε σε κάποια σχολή. Ο πατέρας του τον προετοίμαζε να πάρει τη σκυτάλη στο επιχειρείν, βάζοντάς τον να εργαστεί από πολύ νωρίς στις επιχειρήσεις του, τόσο σε θέσεις γραφείου όσο και στην παραγωγή. Ο Νικολάι, έχοντας ψηθεί στη δουλειά, με τη δική του αξία εξελίχθηκε και άρχισε να αναλαμβάνει θέσεις ως εμπορικός αντιπρόσωπος και διαπραγματευτής.
Το 1876 νυμφεύτηκε την Αλεξάντρα Κονσινά, η οποία επίσης καταγόταν από ισχυρή οικογένεια εμπόρων.
Επιτυχημένος στις επιχειρήσεις, από τη δεκαετία του 1870 ο Νικολάι Αλεξέγιεφ εισέρχεται στον πολιτικό στίβο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Διετέλεσε ταυτόχρονα διευθυντής και ταμίας του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Μουσικού Συλλόγου. Επιπλέον δραστηριοποιήθηκε στον Ερυθρό Σταυρό.
Το 1885, σε ηλικία μόλις 33 ετών, εκλέχθηκε δήμαρχος της Μόσχας – της πρωτεύουσας μίας από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του κόσμου.
Αν κάτι μπορούμε να πούμε για τον δήμαρχο Αλεξέγιεφ, είναι ότι ήταν πρωτίστως ευεργέτης και ιδεαλιστής. Σε μια εποχή που οι δημοτικές υπηρεσίες ήταν σε χέρια ιδιωτών, αγωνίστηκε για την ιδέα του να ανήκουν στους δήμους. Έκανε άριστη διαχείριση των οικονομικών – και όταν χρειάστηκε, έβαλε χρήματα από την τσέπη του για το κοινό καλό. Ταυτόχρονα ήταν πολύ τυπικός, άτεγκτος και αυταρχικός στη διοίκηση, γεγονός που του δημιούργησε πολλούς εχθρούς.
«Συνδύαζε στο πρόσωπό του την πονηριά και τη λεπτότητα του Έλληνα, μαζί με την απουσία φραγμών που χαρακτηρίζει τον ρωσικό χαρακτήρα», έγραψε γι’ αυτόν ο φιλόσοφος και συγγραφέας Μπορίς Τσιτσέριν.
Μια σημαντική προσφορά του στην πόλη ήταν η παροχής ύδρευσης. Πριν απ’ αυτόν, πολλοί Μοσχοβίτες εξασφάλιζαν νερό υπό συνθήκες Μεσαίωνα, από πηγάδια, κρήνες και από το ποτάμι. Επίσης εκσυγχρόνισε το σύστημα της δημόσιας καθαριότητας, την οδοποιία, την αποχέτευση, τα σφαγεία και την υγειονομική υπηρεσία.
Επί της δημαρχίας του Αλεξέγιεφ άνοιξαν και αναμορφώθηκαν περί τα 30 σχολεία και εκπαιδευτήρια, ενώ πριν ακόμα γίνει δήμαρχος δώρισε 71.000 ρούβλια για την ίδρυση ενός αρρεναγωγείου και ενός παρθεναγωγείου.

Το 1889 αποφάσισε να ιδρύσει ψυχιατρική κλινική για ασθενείς με βαριά ψυχικά νοσήματα. Για το σκοπό αυτό οργάνωσε έρανο μεταξύ των επιχειρηματιών της πόλης και, συνδράμοντας και ο ίδιος, κατάφερε να αποπερατώσει το εγχείρημα το 1894. Η κλινική λειτουργεί μέχρι σήμερα, με το όνομά του «Ν. Α. Αλεξέγιεφ».
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Ελληνορώσος δήμαρχος διέθετε το μισθό του από το δήμο, για βοήθεια σε χαμηλόμισθους δημοτικούς υπαλλήλους.
Στις 9 Μαρτίου του 1893 πραγματοποιήθηκαν δημοτικές εκλογές. Ενώ ο υποψήφιος δήμαρχος Αλεξέγιεφ δεχόταν κόσμο μέσα στο κτήριο της Δημοτικής Βουλής της Μόσχας, πυροβολήθηκε στο στομάχι από έναν ρακένδυτο. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, ξεψύχησε δύο εικοσιτετράωρα αργότερα, στις 11 Μαρτίου, σε ηλικία 40 ετών.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο δράστης του πυροβολισμού, ο Βασίλι Αντριάνωφ, έπασχε από ψυχική πάθηση και δεν είχε καμία έχθρα με τον δήμαρχο. Στην κατάθεσή του δήλωσε ότι δεν είχε τίποτα εναντίον του και ότι απλά έκανε αυτό που θέλησε. Το δικαστήριο κατέληξε ότι ο φόνος διεπράχθη σε κατάσταση σχιζοφρένειας.

Ωστόσο μέχρι σήμερα υπάρχουν αμφιβολίες για το αν ο Νικολάι Αλεξέγιεφ σκοτώθηκε αδόκητα από «έναν τρελό». Στην τσέπη του Βασίλι Αντριάνωφ βρέθηκε ραβασάκι που έγραφε: «Συγγνώμη, ο κλήρος έπεσε σε σένα!». Επίσης αρκετοί σύγχρονοι θεωρούσαν ότι το χέρι του φονιά οπλίστηκε από τους αντιπάλους του δημάρχου, οι οποίοι δυσφορούσαν από την αυταρχικότητά του. Άλλοι έγραψαν δημόσια ότι οι συνθήκες της δολοφονίας ήταν αδιευκρίνιστες. Οι φωνές αυτές σιώπησαν μετά από διαταγή του ίδιου του Τσάρου Αλέξανδρου Γ’, «χάριν ευπρέπειας».
Η οικογένεια των Αλεξέγιεφ υποστήριζε μια άλλη άποψη: ότι η δολοφονία ήταν εκδίκηση ενός αρραβωνιαστικού ή αδελφού μιας κοπέλας που ο δήμαρχος αποπλάνησε και ότι ο φόνος έγινε για λόγους έρωτα ή τιμής.
Ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Αλεξέγιεφ κηδεύτηκε με πομπές, συνοδευόμενος από δεκάδες χιλιάδες Μοσχοβίτες – 230 στεφάνια τοποθετήθηκαν από ιδιώτες, συλλόγους και οργανώσεις της πόλης που υπηρέτησε για οκτώ χρόνια. Στεφάνια κατέθεσαν επίσης οι πρόξενοι Ελλάδας, Ιταλίας, Γαλλίας και Δανίας.
Τάφηκε σε οικογενειακό τάφο των Αλεξέγιεφ, στο μοναστήρι Νοβοσπάσκι, αλλά επί κομμουνισμού οι τάφοι καταστράφηκαν και τα λείψανα όλων εξαφανίστηκαν.

Μετά τον Αλεξέγιεφ, 87 χρόνια θα περάσουν για να αναλάβει τη δημαρχία της Μόσχας ξανά ένας Έλληνας, ο Γαβριήλ Ποπώφ του Χαρίτωνα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
| ΠΗΓΕΣ |

















