Έχοντας όχι ανά χείρας αλλά επί της οθόνης το έργο της Ελένης Σ. Σβορώνου Μικρασιατικόν Ημερολόγιον 1910 από την ψηφιακή-ερευνητική βάση δεδομένων «Κυψέλη» του Πανεπιστημίου Κρήτης, δεν μπορούμε να μην νιώσουμε ευγνώμονες για την εύκολη πρόσβαση στις πηγές που μας χαρίζει η ψηφιακή μας εποχή. Έτσι γίνεται δυνατή η προσπέλαση της πληροφορίας, κυριολεκτικά από το ένα άκρο της Ελλάδας στα βόρεια στο άλλο στα νότια, καταργώντας τα χιλιόμετρα και εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις. Όταν δε το αποτέλεσμα της έρευνάς μας εκτός από τις αποστάσεις εκμηδενίζει και τον χρόνο μεταφέροντάς μας πίσω στις αρχές του 20ού αιώνα στα άγια χώματα της πατρίδας των προγόνων μας στον Πόντο και μας συστήνει με μορφές όπως αυτή του ευπατρίδη Ανδρέα Σιμόνωφ, δεν μπορούμε να μην εξάρουμε το έργο των πανεπιστημίων μας που στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού και της διάχυσης της γνώσης, μοιράζονται αυτόν τον θησαυρό με όλους όσοι τον αναζητούν.
Ο Ανδρέας Σιμόνωφ γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1837 και σπούδασε εκεί στο «λαμπρόν των γραμμάτων φυτώριον το Φροντιστήριον Τραπεζούντος». Σε νεαρή ηλικία μετακόμισε στον Καύκασο όπου μαζί με τους αδελφούς του δραστηριοποιήθηκαν στο εμπόριο. Έκανε κέντρο της επαγγελματικής του δράσης το Βατούμ, τον Βαθύ Λιμένα των αρχαίων Ελλήνων, και γρήγορα αναδείχθηκε σημαντικός παράγοντας της εκεί ελληνικής κοινότητας. Επί σειρά ετών χρημάτισε πρόεδρος της ακμαιότατης ελληνικής κοινότητας του Βατούμ και φρόντισε για την ίδρυση και την καλή λειτουργία των ελληνικών σχολείων αλλά και για οποιαδήποτε άλλη ανάγκη του ελληνικού πληθυσμού.

«Το ακέραιον, το ευθύ και άδολον του χαρακτήρος αυτού και αι πολλαί του αρεταί δεόντως εξετιμήθησαν και υπ’ αυτών των Ρώσσων, πολλάκις δε εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Βατούμ».
Παντρεύτηκε την Τραπεζούντια Αρτεμισία Κωνσταντινίδου, κόρη του Ηλία Κωνσταντινίδη, καθηγητή του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος. «Εύρεν εν τω προσώπω αυτής των πεποιθήσεων και ιδεών του την εμπνευσμένην ιέρειαν και άμα την βοηθόν χείρα», γράφει ο βιογράφος του.
Η ευρυμάθειά του που συνδύαζε την γνώση των Πατερικών Κειμένων με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, ιδιαιτέρως του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, τον οδήγησε γρήγορα να πάρει αποστάσεις από το κυνήγι του κέρδους και τις εμπορικές δραστηριότητες και να στραφεί σε πιο πνευματικές αναζητήσεις. Έτσι αφήνοντας πίσω τη γενέθλια γη του και τον τόπο που μεγαλούργησε επιχειρηματικά, κατοίκησε στην πόλη που έζησαν οι αγαπημένοι του φιλόσοφοι, στο «ιοστεφές της Παλλάδος Άστυ» σύμφωνα με τον Πίνδαρο και τον Αισχύλο και εκεί –υπό την θέα της απολαυστικής γεωμετρίας του Παρθενώνα και κάτω από την σκιά του πανάρχαιου βράχου της Ακροπόλεως που φώτισε όλον τον Δυτικό πολιτισμό– επιδόθηκε στις πνευματικές του εργασίες και τη συγγραφή.
Έγραψε δύο βιβλία, το Αμαρτία και Ασθένεια και το Περί Ευτυχίας, εμπνευσμένα από τη Φιλοσοφία του Πλάτωνα και τον λόγο των Πατέρων της Εκκλησίας. Απόρροια της βαθιάς του μελέτης στα θεολογικά και φιλοσοφικά κείμενα ήταν η σύλληψη και η υλοποίηση της ιδέας της συγγραφής ενός επίτομο έργου με τίτλο Μέγα Προσευχητάριον, που αποτέλεσε καρπό επίπονης πνευματικής εργασίας αποτελούμενο από πλήθος προσευχών για κάθε περίσταση, που δεν θα έπρεπε να λείπει από κανένα ελληνικό σπίτι. Το «Μέγα Προσευχητάριον» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1906 και από τότε εκδίδεται ανελλιπώς έως τις ημέρες μας.

Για τον Ανδρέα Σιμόνωφ η Σβορώνου έγραψε στο Μικρασιατικόν Ημερολόγιον του: Ο δια των συγγραμμάτων διδάσκων ότι ο μόνος τρόπος του ευτυχείν είνε η αγαθοεργία και ευποιΐα, εξήσκησεν αμφοτέρας καθ’ όλην την ευρυτάτην σημασίαν της λέξεως εφ’ όσον έζησε και μετά τον πρόωρον αυτού θάνατον συμβάντα εν Ελβετία, αφ’ όπου νεκρόν τον εδέχθη εις τας αγκάλας της η γη της Αττικής, ρητήν αφήκε διαταγήν, όπως σημαντικόν εκ της περιουσίας του ποσόν δοθή εις τα ευαγή της πατρίδος του καταστήματα.
Έτσι η χήρα του σημαντικού αυτού Ποντίου ανδρός, η επίσης Ποντία Αρτεμισία μετά τον θάνατο του Ανδρέα μεταξύ άλλων έστειλε 1.200 χρυσές λίρες για να διανεμηθούν στα ελληνικά σχολεία της Τραπεζούντας, του Βατούμ, της Κρώμνης και σημαντικό ποσό για να μοιραστεί σε φιλανθρωπικά σωματεία και συλλόγους της πατρίδας τους.

«Η φιλομουσία και ο πατριωτισμός του» σημειώνει η Σβορώνου που αφιερώνει σελίδες για τον Σιμόνωφ εν είδει μνημοσύνου στο έργο του, «αείποτε περιτράνως εξεδηλώθησαν» (είναι αναμφισβήτητα), και το όνομά του χαράχτηκε στα δελτάρια της ιστορίας όπως και στις ευγνωμονούσες ψυχές αυτών που ευεργετήθηκαν υλικά αλλά και πνευματικά από την μεγάλη αυτή μορφή των γραμμάτων. Το 1910, έτος που ο αείμνηστος Ανδρέας Σιμώνοφ είχε πια περάσει στην αιωνιότητα δρέποντας τους καρπούς της πνευματικότητάς του και του ενάρετου βίου του, ένα ακόμα έργο του το Ελληνορωσικόν Λεξικόν ήταν επί τω πιεστηρίω.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε μπροστά από τα ράφια ενός βιβλιοπωλείου με θεολογικά βιβλία ή εάν κατευθύνεστε στην παραλιακή της Θεσσαλονίκης από το στενό της Καρόλου Ντηλ περνώντας έξω από το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Ρηγόπουλου, ρίξτε μια ματιά στη βιτρίνα του… Θα δείτε να δεσπόζει ένας μεγάλος κόκκινος τόμος με χρυσά γράμματα Ανδρέας Σιμόνωφ, Μέγα Προσευχητάριον. Μην σας ξεγελάει το επώνυμό του, ήταν Έλληνας με «Ε» κεφαλαίο!
















