Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους και χαράκτες της «Γενιάς του ’30», ο Γιώργος Σικελιώτης, γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1917 στη Σμύρνη. Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή.
Παρόλο που ήταν μόλις 5 ετών όταν έφυγε από τη Μικρασία, δεν απέβαλε ποτέ την προσφυγική ταυτότητα. Και όσοι τον γνώρισαν, μιλούν για έναν άνθρωπο πληθωρικό, ανοιχτόκαρδο, ενθουσιώδη και ανεξάντλητο, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή του.
Το έργο του έχει χαρακτηριστεί ανθρωποκεντρικό, καθώς περιλαμβάνει θέματα που σχετίζονται είτε με τον ίδιο τον άνθρωπο (οικογένειες, ζευγάρια, νεαρά κορίτσια), είτε με τα ανθρώπινα έργα (σπίτια, παράγκες), είτε με τις μεγάλες αξίες της ελληνικότητας (θέματα θρησκευτικά, αρχαιοελληνικά, ηρωικά, αλλά και φιγούρες του θεάτρου σκιών – κάτι που συνδέει με τα παιδικά του χρόνια ως «προσφυγάκι από τη Μικρασία, που είχε μόνο χαρτόνια για να παίζει»), είτε με θέματα ευρύτερου πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος (αντιστασιακά έργα, επαγγέλματα του δρόμου, κ.ά.). Όλα αυτά συνθέτουν από κοινού την προσωπική μυθολογία του μεγάλου ζωγράφου και χαράκτη.


Η πορεία του στην τέχνη
Από το 1935 έως το 1940 ο Γιώργος Σικελιώτης φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, με καθηγητές τον Κωνσταντίνο Παρθένη και τον Σπυρίδωνα Βικάτο. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια άρχισε να παρουσιάζει έργα του σε ομαδικές εκθέσεις: το 1936 συμμετείχε στην 1η Ετήσια Έκθεση Σπουδαστών ΑΣΚΤ, στις αίθουσες του Παρνασσού, και το 1938 στην ομαδική έκθεση Νέων Ρεαλιστών στην Αθήνα (έργα της περιόδου αυτής βρίσκονται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη).
Το 1940 πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, και την περίοδο 1941-1944 δημιούργησε μόνο μερικά σχεδιάσματα και μικρά έργα, «τσέπης» όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος.
Όπως δηλώνει ο ζωγράφος στο ντοκιμαντέρ από το Αρχείο της ΕΡΤ που ακολουθεί: «Δεν μπορούσα να ζωγραφίσω όταν ο λαός μας πέθαινε από την πείνα, τις κακουχίες, την τρομοκρατία και τις εκτελέσεις […] έκανα κάτι πολύ πιο ωφέλιμο: πολέμαγα τον κατακτητή».

Το 1945 παντρεύτηκε τη Χαρίκλεια Κωνσταντινίδη, δασκάλα κλασικού χορού, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Βάσω και τη Φωτίκα. Εκείνη την περίοδο (1945-1950) άρχισε να διαμορφώνει το προσωπικό του ύφος: μια ζωγραφική γνήσια ελληνική βγαλμένη από την λαϊκή παράδοση, με κύρια χαρακτηριστικά της τέχνης του τις στέρεες μορφές και την έμφαση στο σχήμα.


Το 1949 εντάχθηκε στην καλλιτεχνική ομάδα «Στάθμη», η οποία ανέπτυξε πλούσια εικαστική δραστηριότητα. Μέχρι την πρώτη του ατομική έκθεση (1954), συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Το 1954 οργάνωσε στην Αθήνα την πρώτη του ατομική έκθεση, με 80 έργα, στις αίθουσες της εφημερίδας Το Βήμα, ενώ το 1957 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας.
Το 1960 η ελληνική επιτροπή της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης τον εξέλεξε ως υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο του Μουσείου Guggenheim της Νέας Υόρκης, για το έργο του «Κορίτσια με περιστέρια», όπου η επιτροπή βράβευσης του Μουσείου του απονέμει Εύφημη Μνεία. Το 1965 οργάνωσε ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη, με 35 πίνακες, υπό την αιγίδα του ελληνικού προξενείου.

Ο Σικελιώτης έζησε και εργάστηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Βρετανία, όπου ζωγράφισε κυρίως το βιομηχανικό τοπίο της κεντρικής Αγγλίας, καθώς επίσης χωριά και τοπία της Ουαλίας. Το ζωγραφικό και χαρακτικό αυτό έργο παρουσιάστηκε σε δύο ατομικές εκθέσεις με τον τίτλο «Παλιά Αγγλία» (Αθήνα 1974, Θεσσαλονίκη 1975).

Κατά την περίοδο 1977-1983 μετέβαινε συχνά στο Παρίσι όπου οργάνωσε το δικό του ατελιέ ζωγραφικής. Το ενδιαφέρον του εκεί στράφηκε κυρίως στους ανθρώπους της γαλλικής πρωτεύουσας, που αποτελούνταν από πλήθος διαφορετικών φυλών και εθνικοτήτων.

Κατά τη διάρκεια της πεντηκονταετούς (1935-1984) καλλιτεχνικής του δραστηριότητας παρουσίασε το έργο του σε μεγάλη σειρά ατομικών και ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Το 1975 το ΕΙΡΤ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοτηλεόρασης) πρόβαλε ένα πορτρέτο του καλλιτέχνη στη σειρά εκπομπών «Συνάντηση με τους δημιουργούς». Στη διάρκεια του ντοκιμαντέρ –το οποίο ξεκινά με εικόνες από την Καισαριανή της εποχής–, ο Σικελιώτης μιλά για το έργο του με συγκλονιστική απλότητα και γλαφυρότητα.
Παραγωγή-σκηνοθεσία: Γιώργος Εμιρζάς
Κατά την περίοδο 1975-1983 διοργάνωσε σε συνεργασία με δήμους, τοπικούς πολιτιστικούς φορείς και την Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση περισσότερες από 25 ατομικές εκθέσεις «Καλλιτεχνικής αποκέντρωσης», όπως ο ίδιος τις ονόμαζε, με σκοπό τη διάδοση της τέχνης στους ανθρώπους της περιφέρειας, σε διάφορες επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας. Ένα μέρος των έργων των εκθέσεων αυτών έγινε δωρεά από τον ίδιο τον ζωγράφο, προς τους εκάστοτε τοπικούς πολιτιστικούς φορείς ή δήμους.
Η ενέργεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα, μαζί και με τις δωρεές άλλων καλλιτεχνών, τη δημιουργία και συγκρότηση δημοτικών πινακοθηκών σε αρκετές επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας.
Συνολικά είχε συμμετάσχει σε περισσότερες από 40 ομαδικές εκθέσεις, οργανωμένες από μουσεία και πινακοθήκες του εξωτερικού, και σε συνεργασία κατά περίπτωση με την αντίστοιχη ελληνική πρεσβεία, το υπουργείο Πολιτισμού και την Εθνική Πινακοθήκη.

Στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου πραγματοποιήθηκαν δύο αναδρομικές εκθέσεις: η πρώτη, το 1975, αφορούσε το συνολικό έργο του (με 186 έργα), και η δεύτερη, το 1983, ήταν «Αναδρομική έκθεση σχεδίων προκατοχικών, κατοχικών και μετακατοχικών – 1935-1950» (με 214 σχέδια).
Πέρα από το κυρίως ζωγραφικό και χαρακτικό έργο του, ο Σικελιώτης είχε φιλοτεχνήσει επίσης τοιχογραφίες, εικονογραφήσεις κειμένων και εξώφυλλα λογοτεχνικών βιβλίων, λογοτεχνικών περιοδικών, μαθητικών βιβλίων, ημερολογίων, δίσκων μουσικής κ.ά.


Ο Γιώργος Σικελιώτης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών, στις 4 Σεπτεμβρίου 1984 και τάφηκε στο Νεκροταφείο της Καισαριανής, σε μνήμα που ο Δήμος παραχώρησε τιμητικά.

















