Ένα φθινοπωρινό πρωινό του 1673, σε μια στρατιωτική εκστρατεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Πολωνία, ένας άνδρας που συνομιλούσε με σουλτάνους, μεγάλους βεζίρηδες και Ευρωπαίους πρεσβευτές άφηνε την τελευταία του πνοή. Για τους Οθωμανούς ήταν ο Μεγάλος Δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης, ο άνθρωπος που χειριζόταν τις πιο λεπτές υποθέσεις της εξωτερικής πολιτικής της αυτοκρατορίας. Για τους Ευρωπαίους διπλωμάτες ήταν ο μορφωμένος Έλληνας που κατανοούσε όσο λίγοι την Ανατολή και τη Δύση.
Για την ιστορία του ελληνισμού, υπήρξε ο άνθρωπος που εγκαινίασε την εποχή των Φαναριωτών. Κι όμως, το όνομά του παραμένει σχεδόν άγνωστο.
Ο Παναγιώτης Νικούσιος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνισμού του 17ου αιώνα. Η ζωή του μοιάζει βγαλμένη από ιστορικό μυθιστόρημα: γιατρός, λόγιος, φιλόσοφος, πολυγλωσσος διπλωμάτης, συλλέκτης χειρογράφων και στενός συνεργάτης ενός από τους ισχυρότερους άνδρες της εποχής, του μεγάλου βεζίρη Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλή.
Ακόμη και η καταγωγή του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των ιστορικών.
Η ελληνική ιστοριογραφία τον θεωρεί κατά κανόνα ποντιακής, και ειδικότερα τραπεζούντιας, καταγωγής, θέση που υιοθετούν και αρκετοί μελετητές του ποντιακού ελληνισμού, όπως ο Στάθης Πελαγίδης. Άλλες πηγές, ωστόσο, αναφέρουν ότι γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια που είχε εγκατασταθεί εκεί αρκετά χρόνια νωρίτερα, ενώ κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί ακόμη και υποθέσεις για οικογενειακές ρίζες στη Χίο ή για δεσμούς με τη Λευκωσία της Κύπρου.
Η απουσία αυτοβιογραφικών στοιχείων και οι αντικρουόμενες μεταγενέστερες μαρτυρίες δεν επιτρέπουν ένα ασφαλές συμπέρασμα. Εκείνο που φαίνεται να συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη αποδοχή είναι ότι ο Νικούσιος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1613, προερχόμενος όμως από οικογένεια που, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, είχε τις ρίζες της στην Τραπεζούντα.
Η συζήτηση αυτή ίσως λέει περισσότερα για την εποχή του παρά για τον ίδιο. Ο Παναγιώτης Νικούσιος υπήρξε ταυτόχρονα Πόντιος, Φαναριώτης και Κωνσταντινουπολίτης, ένας άνθρωπος του ελληνισμού της Ανατολής, σε μια περίοδο όπου οι ταυτότητες ήταν συχνά πιο σύνθετες και πολυεπίπεδες από όσο τις αντιλαμβανόμαστε σήμερα.
Από πολύ νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στα Γράμματα. Σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, συνέχισε τις σπουδές του στην Πάδοβα, ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά κέντρα της Ευρώπης. Εκεί ήρθε σε επαφή με την ιατρική, τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά και την αστρονομία, ενώ απέκτησε μια παιδεία εξαιρετικά σπάνια για την εποχή.
Η γλωσσομάθειά του ήταν εντυπωσιακή. Γνώριζε ελληνικά, τουρκικά, λατινικά, ιταλικά, αραβικά και περσικά, ενώ πιθανότατα είχε εξοικειωθεί και με άλλες γλώσσες της Ανατολής και της Ευρώπης. Σε μια αυτοκρατορία που στηριζόταν όλο και περισσότερο στη διπλωματία και στις διεθνείς σχέσεις, η γνώση των γλωσσών ήταν δύναμη.
Αρχικά εργάστηκε ως γιατρός στην Κωνσταντινούπολη. Οι γνώσεις του και η φήμη του τον έφεραν κοντά στον μεγάλο βεζίρη Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλή, τον ισχυρό άνδρα της αυτοκρατορίας. Ο Παναγιώτης Νικούσιος έγινε προσωπικός του ιατρός και σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο έμπιστους συμβούλους του.
Το 1661 διορίστηκε Μεγάλος Δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης.
Ο τίτλος του «διερμηνέα» αδικεί πλήρως το πραγματικό περιεχόμενο του αξιώματος. Ο Μεγάλος Δραγουμάνος δεν ήταν απλώς ένας μεταφραστής. Ήταν ο άνθρωπος που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις με τις ξένες δυνάμεις, συνέτασσε διπλωματικά κείμενα, μετέφερε τις θέσεις της Υψηλής Πύλης και διαχειριζόταν κρίσιμες διεθνείς υποθέσεις. Με σημερινούς όρους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας άτυπος υπουργός Εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από το γραφείο του περνούσαν οι σημαντικότερες ευρωπαϊκές υποθέσεις της εποχής. Οι πρεσβευτές της Βενετίας, της Γαλλίας, της Πολωνίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γνώριζαν ότι, για να συνομιλήσουν με την Υψηλή Πύλη, έπρεπε πρώτα να περάσουν από τον Παναγιώτη Νικούσιο.

Η σημαντικότερη ίσως στιγμή της σταδιοδρομίας του ήρθε το 1669, όταν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις που έβαλαν τέλος στον Κρητικό Πόλεμο και οδήγησαν στην παράδοση του Χάνδακα στους Οθωμανούς ύστερα από πολιορκία είκοσι ενός ετών. Ο ρόλος του υπήρξε τόσο σημαντικός ώστε ανταμείφθηκε με μεγάλα οικονομικά προνόμια και απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στην αυλή.
Παράλληλα, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την ορθόδοξη κοινότητα. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στους Αγίους Τόπους, σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών για τον έλεγχο των προσκυνημάτων.
Ωστόσο, ο Παναγιώτης Νικούσιος δεν ήταν μόνο πολιτικός και διπλωμάτης. Ήταν ένας αυθεντικός άνθρωπος της Αναγέννησης. Διατηρούσε μία από τις σημαντικότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης, με ελληνικά, λατινικά, αραβικά και περσικά χειρόγραφα, ενώ αλληλογραφούσε με λογίους και ενδιαφερόταν για τη φιλοσοφία, τη θεολογία, την αστρονομία και τις φυσικές επιστήμες.
Μάλιστα, έχουν σωθεί κείμενα που συνδέονται με το όνομά του, ανάμεσά τους και ο διάλογός του με τον μουσουλμάνο λόγιο Βανή Εφέντη, ο οποίος αποκαλύπτει το εύρος της παιδείας και των πνευματικών του αναζητήσεων. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ακόμη πιθανό να υπήρξε συγγραφέας ή μεταφραστής και άλλων έργων που κυκλοφόρησαν στον ελληνικό και βαλκανικό χώρο τον 17ο αιώνα.
Ο θάνατός του, το 1673, εξακολουθεί να περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστηρίου.
Οι περισσότερες πηγές κάνουν λόγο για αιφνίδιο θάνατο από ασθένεια, ενώ άλλες, μεταγενέστερες, άφησαν ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο δηλητηρίασης, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτή την εκδοχή.
Με τον θάνατό του έκλεισε μια σπουδαία προσωπική διαδρομή, αλλά άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνισμού της Ανατολής.
Ο Παναγιώτης Νικούσιος υπήρξε ο άνθρωπος που απέδειξε ότι ένας Έλληνας χριστιανός μπορούσε να βρεθεί στον πυρήνα της οθωμανικής εξουσίας και να επηρεάσει τις διεθνείς εξελίξεις. Μετά από εκείνον, οι Φαναριώτες θα κυριαρχούσαν στη διπλωματία της αυτοκρατορίας, θα αναλάμβαναν τις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας και θα διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πορεία του ελληνισμού μέχρι την Επανάσταση του 1821.
















