Στις αρχές του καλοκαιριού του 1821, ενώ η Ελληνική Επανάσταση είχε ήδη φουντώσει στον Μοριά και τη Ρούμελη, το μήνυμα της εξέγερσης δεν περιοριζόταν στα επαναστατημένα εδάφη. Διαπερνούσε το Αιγαίο και έφτανε στις απέναντι μικρασιατικές ακτές, εκεί όπου ζούσαν ακμαίες ελληνικές κοινότητες με έντονη οικονομική, πνευματική και εθνική δραστηριότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον γεννιόταν μια ιστορία που σήμερα παραμένει σχεδόν άγνωστη: η συμμετοχή εκατοντάδων Μικρασιατών στον Αγώνα.
Ήταν πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με ελληνική συνείδηση που άφησαν τις πατρίδες τους για να πολεμήσουν σε έναν πόλεμο που δεν διεξαγόταν στον τόπο τους, αλλά τον ένιωθαν βαθιά δικό τους.
Οι Κυδωνίες, ένα κέντρο ελληνισμού πριν από την καταστροφή
Παρά τη γεωγραφική απόσταση από τα επαναστατημένα εδάφη, οι δραστήριοι Φιλικοί της Σμύρνης διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την περίφημη Ακαδημία Κυδωνιών στο Αϊβαλί, ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Εκεί καλλιεργούνταν ιδέες ελευθερίας, παιδείας και εθνικής συνείδησης, που έμελλε να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην αφύπνιση των Ελλήνων.
Οι Κυδωνίες, με περίπου 30.000 Έλληνες κατοίκους στις παραμονές της Επανάστασης, αποτελούσαν, μετά τη Σμύρνη, το σπουδαιότερο οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας.
Η πόλη διέθετε ανεπτυγμένο εμπόριο, ισχυρή ναυτιλία και σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα, στοιχεία που την καθιστούσαν σημείο αναφοράς για τον ευρύτερο ελληνικό κόσμο.
Ωστόσο, η έντονη κινητικότητα που παρατηρούνταν στην περιοχή δεν πέρασε απαρατήρητη από τις οθωμανικές Αρχές. Οι φήμες για επαναστατικές διεργασίες και οι επαφές με τα νησιά του Αιγαίου ενίσχυαν την καχυποψία της διοίκησης.
Με εντολή του βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στρατιωτικές δυνάμεις από τη Σμύρνη κινήθηκαν προς το Αϊβαλί. Στις 2 Ιουνίου 1821, ο τουρκικός στρατός εισήλθε στην πόλη, ως αντίποινα για την πυρπόληση ενός τουρκικού δίκροτου στην Ερεσό λίγες ημέρες νωρίτερα.
Η καταστροφή υπήρξε ολοκληρωτική και τραυματική για τον μικρασιατικό ελληνισμό.
Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων περιγράφει χαρακτηριστικά:
«Οι ναοί, η σχολή, η βιβλιοθήκη και πάντα τα καταστήματα κατέπεσαν ολόκαυστα… Πατέρες, σύζυγοι, τέκνα περιέτρεχον από του ενός εις το άλλο μέρος τρομώδη και αμηχανούντα, όπως διεκφύγωσι την σφαγήν».
Όσοι Κυδωνιάτες κατόρθωσαν να σωθούν κατέφυγαν στα Ψαρά, σε άλλα νησιά του Αιγαίου και στην Πελοπόννησο. Πολλοί από αυτούς δεν περιορίστηκαν στην αναζήτηση ασφάλειας, αλλά εντάχθηκαν ενεργά στον Αγώνα, μετατρέποντας την προσφυγιά σε συμμετοχή στην επανάσταση.
Η Πέργαμος σε κατάσταση συναγερμού
Κατά την επιστροφή των οθωμανικών στρατευμάτων από το Αϊβαλί, η Πέργαμος βρέθηκε σε κατάσταση έντονης ανησυχίας. Η είδηση της καταστροφής των Κυδωνιών είχε ήδη διαδοθεί, προκαλώντας φόβο για αντίστοιχες ενέργειες και στην ευρύτερη περιοχή.
Ολόκληρη η επαρχία αριθμούσε περίπου 70.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 25.000 ήταν Έλληνες ορθόδοξοι. Παράλληλα, ζούσαν περίπου 1.200 Αρμένιοι και 800 Εβραίοι, συνθέτοντας ένα πολυεθνοτικό περιβάλλον με έντονη οικονομική δραστηριότητα.
Η γεωργία, η κτηνοτροφία και το εμπόριο αποτελούσαν τις βασικές ασχολίες των κατοίκων, με το εμπόριο να βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των Ρωμιών. Η οικονομική αυτή ισχύς, σε συνδυασμό με την πολιτιστική τους παρουσία, καθιστούσε τους Έλληνες της περιοχής σημαντικό παράγοντα της τοπικής κοινωνίας.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Χονδρονίκη στο έργο του Η Επαρχία της Περγάμου (Μυτιλήνη, 1915), οι αγάδες του κάμπου της Περγάμου, Νιδελόγλου και Χατζηχαλβατζής, φρόντισαν επί πολλές ημέρες για την προστασία των ελληνικών χωριών και των χριστιανικών συνοικιών της πόλης. Η στάση αυτή, αν και δεν αναιρεί το γενικότερο κλίμα ανασφάλειας, συνέβαλε στην αποτροπή εκτεταμένων βιαιοπραγιών, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στις Κυδωνίες.
Το άγνωστο «Τάγμα Περγαμηνών»
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και φόβου, άρχισε να διαμορφώνεται μια διαφορετική αντίδραση: η ενεργή συμμετοχή στον Αγώνα. Τις επόμενες εβδομάδες, ομάδες εθελοντών άρχισαν να εγκαταλείπουν την Πέργαμο και τα γύρω χωριά, με προορισμό την επαναστατημένη Ελλάδα.
Από το λιμάνι του Καμπακούμ έφυγε ο καπετάν Κριτσιώτης από την ενορία της Αγίας Παρασκευής της Περγάμου μαζί με ομάδα ανδρών. Μέσω των Ψαρών και των Κυκλάδων, έφτασαν στο Ναύπλιο, το οποίο αποτελούσε ήδη σημαντικό κέντρο της επαναστατικής διοίκησης.
Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1821, από το Ατζανός, κοντά στο Δικελί, αναχώρησαν με πλοία του επαναστατικού στόλου περίπου 800 άνδρες από την Πέργαμο και τα γύρω χωριά, με επικεφαλής τους Γεώργιο και Αναστάση Γκέραλη. Η μετακίνηση αυτή δεν ήταν απλώς μια φυγή από τον κίνδυνο, αλλά μια συνειδητή επιλογή συμμετοχής στον Αγώνα.
Οι άνδρες αυτοί συγκρότησαν το λεγόμενο «Τάγμα Περγαμηνών», μια οργανωμένη στρατιωτική δύναμη που εντάχθηκε στις επαναστατικές δυνάμεις. Τέθηκαν υπό τις διαταγές του Νικηταρά, ενός από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της Επανάστασης, γνωστού για την ανδρεία και τη στρατηγική του ικανότητα.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, το «Τάγμα Περγαμηνών» έλαβε μέρος στη Μάχη των Δερβενακίων τον Ιούλιο του 1822, μια από τις πιο καθοριστικές συγκρούσεις της Επανάστασης. Εκεί, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να καταφέρουν συντριπτικό πλήγμα στον στρατό του Δράμαλη, ανατρέποντας την πορεία των επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο.
Η συμβολή των Περγαμηνών σε αυτή τη νίκη, αν και δεν έχει καταγραφεί εκτενώς στις πηγές, αποτελεί μια σημαντική ένδειξη της συμμετοχής του μικρασιατικού ελληνισμού στον Αγώνα.
















