«Λίαν επείγον», «Προτεραιότης», «Κρυπτογράφημα». Οι ενδείξεις στην κορυφή της πρώτης σελίδας αποτυπώνουν την κρισιμότητα του μηνύματος που στάλθηκε στις 27 Αυγούστου 1919 από την Κωνσταντινούπολη προς την Αθήνα.
Αποστολέας ήταν ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ευθύμιος Κανελλόπουλος και παραλήπτης ο υπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης.
Ο Κανελλόπουλος διαβίβαζε ένα τηλεγράφημα του επικεφαλής της ελληνικής αποστολής στον Καύκασο Ιωάννη Σταυριδάκη, με διπλή χρονολόγηση 5/18 Αυγούστου, το οποίο είχε μόλις φτάσει από την Τιφλίδα.
Στις τρεις σελίδες του, το τεκμήριο περιγράφει μια περιοχή σε αναβρασμό και προειδοποιεί για τον άμεσο κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι ελληνικοί πληθυσμοί στα παλιά ρωσοτουρκικά σύνορα.
Οι 55.000 έως 60.000 Έλληνες που ζητούσαν να φύγουν
Σύμφωνα με την αναφορά του Σταυριδάκη, στην περιοχή της Αρμενίας εξακολουθούσαν να βρίσκονται 55.000 έως 60.000 Έλληνες:
«55 έως 60 χιλ. Έλληνες οίτινες ζητούσι παλιννόστησιν εις Ελλάδα αποκλείοντες τον Πόντον».
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρότι οι περισσότεροι κατάγονταν από τον Πόντο, ζητούσαν να μεταφερθούν απευθείας στην Ελλάδα και απέρριπταν πλέον ως επιλογή την επιστροφή στις πατρογονικές εστίες τους.
Ακόμη και αν βρίσκονταν πλοία για τη μεταφορά τους, η κάθοδος προς το λιμάνι του Βατούμ θεωρούνταν αδύνατη. Ένοπλες ομάδες Κούρδων και Τατάρων είχαν περικυκλώσει χωριά γύρω από το Αρνταχάν και το Καρς και, όπως σημείωνε το τηλεγράφημα, ήταν:
«έτοιμοι να επιπέσωσιν εναντίον των εν πορεία προσφύγων».
Ο όρος «Τάταροι» διατηρείται εδώ μόνο όταν αποδίδεται η ορολογία του εγγράφου του 1919.
Γιατί ονομάζονταν «Έλληνες της Αρμενίας»
Οι άνθρωποι στους οποίους αναφερόταν το τηλεγράφημα ήταν κατά κύριο λόγο Πόντιοι που είχαν εγκατασταθεί στο Καρς και στο Αρνταχάν μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878.
Με τη Συνθήκη του Βερολίνου το Καρς παραχωρήθηκε στη Ρωσία, ανοίγοντας το δρόμο για τη μαζική εγκατάσταση χριστιανικών πληθυσμών. Περίπου 35.000 Πόντιοι από την Τραπεζούντα, την Αργυρούπολη, τη Σεβάστεια, τη Νεοκαισάρεια, την Αμάσεια και την Κερασούντα εγκαταστάθηκαν στα χωριά της περιοχής.
Τον Μάρτιο του 1918, με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, τα ίδια εδάφη στον Ανατολικό Πόντο και την Υπερκαυκασία παραχωρήθηκαν ξανά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν μαζικά τις εστίες τους, αναζητώντας καταφύγιο στον βόρειο Καύκασο και στη νότια Ρωσία.
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αρκετοί άρχισαν να επιστρέφουν. Το Καρς εντάχθηκε στη νεοσύστατη Δημοκρατία της Αρμενίας και έτσι τα ελληνικά διπλωματικά έγγραφα της περιόδου αναφέρονταν σε αυτούς ως «Έλληνες της Αρμενίας».
Ωστόσο, τα σύνορα παρέμεναν ασταθή, η κεντρική εξουσία ήταν αδύναμη και οι ελληνικές κοινότητες βρίσκονταν ανάμεσα σε αντίπαλους στρατούς και ένοπλες ομάδες.
Η πρόταση για ελληνικό σώμα αυτοάμυνας
Ο Ιωάννης Σταυριδάκης είχε ζητήσει από τον επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων την αποστολή στρατιωτικής δύναμης για την προστασία των πληθυσμών, αλλά η απάντηση ήταν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα στρατεύματα.
Οι τοπικές ελληνικές κοινότητες ζήτησαν τότε από την κυβέρνηση της Αθήνας να αναλάβει την οργάνωση και τον ανεφοδιασμό των ένοπλων σωμάτων που ήδη υπήρχαν.
Έλληνας στρατηγός που είχε υπηρετήσει στον ρωσικό στρατό δήλωνε ότι μπορούσε να συγκροτήσει άμεσα σύνταγμα πεζικού 3.000 εθελοντών, με προοπτική να εξελιχθεί σταδιακά σε μεραρχία.
Ο Σταυριδάκης πρότεινε τη δημιουργία ελληνικής δύναμης δίπλα στον αρμενικό στρατό, αλλά με ποντιακό χαρακτήρα. Αποστολή της θα ήταν να προστατεύσει τα ελληνικά χωριά, να εξασφαλίσει την αναχώρηση όσων επέλεγαν την Ελλάδα και να ενισχύσει τη συνεργασία Ποντίων και Αρμενίων.
Για να εφαρμοστεί το σχέδιο απαιτούνταν Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, όπλα, συνεχής ανεφοδιασμός και άδεια της Γεωργίας για τη μεταφορά των εφοδίων από το έδαφός της.
Το τηλεγράφημα, ωστόσο, καταγράφει μια πρόταση και όχι ειλημμένη κυβερνητική απόφαση. Ο Σταυριδάκης ξεκαθάριζε ότι δεν θα προχωρούσε ούτε σε διερευνητικές επαφές χωρίς προηγούμενες οδηγίες από την Αθήνα.
Η αποστολή του Καζαντζάκη στον Καύκασο
Η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη στρέψει την προσοχή της στον Καύκασο. Τον Ιούλιο του 1919 στάλθηκε αποστολή στο Βατούμ, με τη συμμετοχή του Ιωάννη Σταυριδάκη, του Νίκου Καζαντζάκη, του Ηρακλή Πολεμαρχάκη και άλλων στελεχών.
Προτεραιότητά τους ήταν να εξασφαλίσουν τρόφιμα, φάρμακα και άλλα εφόδια για τις ελληνικές κοινότητες που απειλούνταν από την πείνα, τον τύφο και την ισπανική γρίπη. Ταυτόχρονα έπρεπε να διερευνήσουν ποιο θα μπορούσε να είναι το μέλλον των Ελλήνων του Καυκάσου.
Ένα μέρος της ποντιακής ηγεσίας επιθυμούσε να παραμείνουν στην περιοχή, ώστε να επιστρέψουν στον Πόντο εάν δημιουργούνταν ανεξάρτητο ποντιακό κράτος. Αντίθετα, πολλοί από τους ίδιους τους Καρσλήδες θεωρούσαν ότι η μόνη ασφαλής λύση ήταν η μεταφορά τους στην Ελλάδα.
Το τηλεγράφημα της 27ης Αυγούστου καταγράφει αυτή τη μεταστροφή με απόλυτη σαφήνεια: οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες της Αρμενίας δεν ζητούσαν πια τον Πόντο· ζητούσαν την Ελλάδα.
Από την προειδοποίηση στη μεγάλη έξοδο
Η μεταφορά τους άρχισε τμηματικά το 1920. Οικογένειες εγκατέλειψαν τα χωριά τους με ζώα, κάρα και όσα υπάρχοντα μπορούσαν να πάρουν, διέσχισαν ορεινά περάσματα και κατευθύνθηκαν προς το Βατούμ, απ’ όπου επιβιβάστηκαν σε πλοία για τη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Αποστολής στον Καύκασο που δημοσιεύθηκαν αργότερα, 52.878 άνθρωποι μεταφέρθηκαν από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη κατά τα έτη 1920-1921. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη, δημιουργώντας νέους προσφυγικούς οικισμούς.
Το τρισέλιδο κρυπτογράφημα της 27ης Αυγούστου 1919 αποτυπώνει τη στιγμή πριν από τη μεγάλη έξοδο: δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν τον Καύκασο, αλλά δεν διέθεταν ακόμη ασφαλή δρόμο προς τη θάλασσα.
Η σωτηρία τους εξαρτιόταν από όπλα που δεν είχαν, από εφόδια που δεν έφταναν και από μια Ελλάδα που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.

















