Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου 1921, το βοηθητικό πλοίο του ελληνικού στόλου «Νικόλαος Σοφιάς» περιπολούσε στον Κόλπο της Νικομήδειας, όταν εντόπισε ένα μηχανοκίνητο πλοιάριο στα ανοιχτά της Γιάλοβας.
Καθώς το πολεμικό πλησίαζε για έλεγχο, οι επιβαίνοντες άρχισαν να πετούν αντικείμενα στη θάλασσα. Οι Έλληνες ναύτες θεώρησαν ότι επρόκειτο για όπλα και πυρομαχικά.
Πάνω στο κατάστρωμα βρίσκονταν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Στην κοίτη του πλοιαρίου όμως κρύβονταν 14 άνδρες.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 19 Αυγούστου, ο λοχαγός Πεζικού Β. Καπελούζος συνέταξε στην Κίο μια πεντασέλιδη έκθεση ένορκης προανάκρισης. Το τεκμήριο, που σήμερα φυλάσσεται στο Αρχείο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, αποδίδει στους συλληφθέντες συμμετοχή σε συμμορία τσετών και καταγράφει σειρά εγκλημάτων σε ελληνικά και αρμενικά χωριά της Νικομήδειας.
Οι 14 κρυμμένοι άνδρες
Στο πλοιάριο επέβαιναν περίπου 45 Οθωμανοί, άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, οι οποίοι έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Το «Νικόλαος Σοφιάς» το οδήγησε αρχικά στη Χάλκη, όπου αποβιβάστηκαν οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι.
Οι 14 άνδρες παρέμειναν υπό κράτηση και μεταφέρθηκαν στην Κίο, προκειμένου να παραδοθούν στη φρουρά της πόλης. Η απόβαση έγινε στις 18 Αυγούστου.
Η εμφάνισή τους στην παραλία προκάλεσε σκηνές έντασης. Πρόσφυγες από τα χωριά της περιοχής της Γιάλοβας άρχισαν να τους αναγνωρίζουν. Σύμφωνα με την έκθεση, ανάμεσά τους βρίσκονταν «τους ληστάς και δολοφόνους των συζύγων, τέκνων, αδελφών και γονέων των».
Το συγκεντρωμένο πλήθος επιχείρησε να τους λιντσάρει. Η στρατιωτική φρουρά επενέβη και, χρησιμοποιώντας βία, κατόρθωσε να τους οδηγήσει στο φρουραρχείο, μέσα στις κραυγές και τους θρήνους των προσφύγων.
Οι αναγνωρίσεις
Την επόμενη ημέρα ο λοχαγός Καπελούζος άρχισε την προανάκριση, ύστερα από διαταγή της Φρουράς Κίου. Κατέγραψε τα στοιχεία των 14 κρατουμένων και τις καταθέσεις των κατοίκων που κλήθηκαν να τους αναγνωρίσουν.
Ως αρχηγός της ομάδας αναφέρεται ο Μεχμέτ Αλή Χειδάν. Οι υπόλοιποι προέρχονταν από την Άνω Κίο, τη Γιάλοβα, τη Χαϊριέ και άλλα μέρη, ενώ ένας δήλωσε καταγωγή από την Τραπεζούντα.
Η έκθεση τούς χαρακτηρίζει μέλη ένοπλης συμμορίας –τους λεγόμενους τσέτες– η οποία δρούσε στα χωριά Αρμουτλή, Κατιρλή, Κουρί, Αγία Κυριακή, Τσινάρι και Αρβανιτοχώρι. Οι συλληφθέντες παρουσιάστηκαν στους πρόσφυγες και στους επιζώντες των επιθέσεων, πολλοί από τους οποίους δήλωσαν ότι τους αναγνώρισαν.
Φόνοι, πυρπολήσεις και απαγωγές
Η προανάκριση παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που αποδίδονται στη συμμορία. Πρόκειται για επιθέσεις που είχαν πραγματοποιηθεί τους προηγούμενους μήνες, με θύματα Έλληνες και Αρμενίους κατοίκους της Νικομήδειας:
Λαλέ-Δερέ: Περίπου οκτώ μήνες νωρίτερα, η συμμορία είχε επιτεθεί στο αρμενικό χωριό μαζί με άλλους ενόπλους. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν επί επτά ώρες, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Το χωριό πυρπολήθηκε, τρεις άνδρες και δύο γυναίκες σκοτώθηκαν και τα ζώα των κατοίκων αρπάχτηκαν.
Κουρί: Στις 15 Μαΐου 1921 σκοτώθηκαν οι αδελφοί Σίμων, Βασίλειος και Θεόφιλος Διουκόγλου. Οι γυναίκες που πήγαν να τους μεταφέρουν φαγητό, χωρίς να γνωρίζουν τι είχε συμβεί, δέχθηκαν πυρά. Δύο σκοτώθηκαν επιτόπου και ένας ακόμη τραυματίας πέθανε αργότερα.
Αγία Κυριακή: Ο Νικόλαος Αντωνάκης αποκεφαλίστηκε ενώ πήγαινε στο κτήμα του για να μαζέψει φύλλα μουριάς. Του αφαίρεσαν το άλογο και δέκα λίρες. Στις 4 Ιουνίου καταγράφονται οι φόνοι του Αθανασίου Πολυχρονάκη, της Σταυρινής Παντωνίτσας και του Νικολάου Πανασόγλου.
Αρμουτλή: Την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα σκοτώθηκαν ο Βασίλειος Παπατάσσου και ο 16χρονος γιος του, Νικόλαος. Στις 15 Ιουνίου απήχθησαν ο λιμενάρχης Ευάγγελος Μπούρας, η 30χρονη σύζυγός του Αναστασία και η μητέρα του Σωτήρα. Η τύχη τους παρέμενε άγνωστη.
Τσινάρι: Στις 20 Μαΐου ο Αναστάσιος Ζαφειρόπουλος δέχθηκε δύο πυροβολισμούς από ενέδρα ενώ εργαζόταν στο χωράφι του. Η μία σφαίρα σκότωσε το άλογό του και η δεύτερη τον τραυμάτισε στην κοιλιά.
Ο μοναδικός επιζών από τους 18 νέους
Ιδιαίτερα σκληρή είναι η περιγραφή της επίθεσης στο Αρβανιτοχώρι.
Στις 25 Μαΐου, ο 16χρονος Αλέξιος Γκιόλας και άλλοι 17 νέοι έβοσκαν τα ζώα τους όταν περικυκλώθηκαν από ενόπλους. Οι επιτιθέμενοι τους έδεσαν τα χέρια και το λαιμό και τους ανάγκασαν να ακολουθήσουν τα άλογά τους. Κάποιοι πέθαναν από ασφυξία κατά τη διαδρομή.
Όσοι επέζησαν οδηγήθηκαν σε έναν λόφο, παρατάχθηκαν και εκτελέστηκαν από απόσταση περίπου 15 έως 20 μέτρων. Στη συνέχεια οι σοροί τους ακρωτηριάστηκαν με ιδιαίτερη αγριότητα.
Ο Αλέξιος Γκιόλας ήταν ο μοναδικός που επέζησε. Παρότι είχε τραυματιστεί σε τρία σημεία, κατάφερε, όταν οι ένοπλοι απομακρύνθηκαν, να επιστρέψει με μεγάλη δυσκολία στο χωριό.
Δύο ακόμη παιδιά, ο 15χρονος Γεώργιος Πούλου και ο 13χρονος Φώτιος Λαζαράκης, είχαν απομακρυνθεί πριν από την εκτέλεση. Η τύχη τους αγνοούνταν.
Η έκθεση καταγράφει επίσης τη δολοφονία του Μηνά Γαρονάκη και την απαγωγή του 18χρονου Γεωργίου Καραντωνάκη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ξανά.
Με βάση την απαρίθμηση των επιμέρους περιστατικών, οι αναφερόμενοι νεκροί φτάνουν τουλάχιστον τους 33, ενώ έξι ακόμη άνθρωποι καταγράφονται ως απαχθέντες ή αγνοούμενοι. Ο αριθμός αποτελεί υπολογισμό που προκύπτει από τις περιπτώσεις της ίδιας της έκθεσης και όχι συνολικό απολογισμό της βίας στην περιοχή.
Η πρόταση παραπομπής στο στρατοδικείο
Ο λοχαγός Καπελούζος αποδίδει στους 14 κρατούμενους και πολυάριθμες ληστείες, ζωοκλοπές και αρπαγές της παραγωγής από χωριά που είχαν ήδη εγκαταλειφθεί.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ομάδα περνούσε στην Κωνσταντινούπολη όταν καταδιωκόταν από ελληνικά αποσπάσματα και επέστρεφε όταν θεωρούσε ότι ο κίνδυνος είχε περάσει. Λίγες ημέρες πριν από τη σύλληψη, πολεμικό πλοίο είχε δεχθεί πυρά από την ακτή στο ίδιο σημείο και είχε απαντήσει με 56 βολές, διαλύοντας τους ενόπλους.
Ο Καπελούζος κατέληξε ότι οι 14 δρούσαν από κοινού, βάσει συνεννόησης και με αμοιβαία υποστήριξη. Πρότεινε την παραπομπή τους στο αρμόδιο στρατοδικείο.
Ωστόσο, το διαθέσιμο τεκμήριο σταματά στην πρόταση παραπομπής και δεν περιλαμβάνει δικαστική απόφαση. Επομένως, όσα περιγράφονται αποτελούν το περιεχόμενο μιας στρατιωτικής προανάκρισης και των αναγνωρίσεων των μαρτύρων, όχι καταδικαστική δικαστική κρίση.

Η αρχειακή περιγραφή αναφέρει ότι η έκθεση πιθανόν προοριζόταν να επιδοθεί στη Διασυμμαχική Εξεταστική Επιτροπή, η οποία ερευνούσε τις βιαιοπραγίες στη Γιάλοβα, τη Γέμλικ και τη χερσόνησο της Νικομήδειας. Το «πιθανόν» έχει σημασία: στο τεκμήριο δεν σώζεται οριστική απόδειξη της παράδοσής του στην Επιτροπή.

















