Τέσσερα χρώματα, τέσσερις διαφορετικές όψεις της καταστροφής:
• Κυανό ή μπλε: Πόλεις και χωριά τα οποία χαρακτηρίζονται «γνησίως ελληνικά» ή είχαν μεγάλη ελληνική πλειονότητα και είχαν καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
• Κόκκινο: Οικισμοί που πυρπολήθηκαν μετά την Ανακωχή από κεμαλικές δυνάμεις ή από ενόπλους της περιοχής, αφού προηγουμένως οι Έλληνες κάτοικοί τους είχαν εκτοπιστεί ή σφαγιαστεί.
• Πράσινο: Μέρη όπου οι ελληνικές κατοικίες είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά ή εν μέρει μετά την απομάκρυνση των ιδιοκτητών τους.
• Κίτρινο: Οικισμοί στους οποίους τα ελληνικά σπίτια δεν καταστράφηκαν, αλλά διατηρήθηκαν για να εγκατασταθούν σε αυτά μουσουλμανικοί πληθυσμοί από άλλες περιοχές, ώστε ο τόπος να εμφανίζεται «αμιγώς τουρκικός».
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1922, στην Κωνσταντινούπολη, η Επιτροπεία των Ποντίων ολοκλήρωνε τον πρόλογο ενός ιδιαίτερου χάρτη.
Δεν επρόκειτο για μια απλή γεωγραφική αποτύπωση, αλλά για μια προσπάθεια να παρουσιαστεί με τρόπο άμεσο και κατανοητό στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη το μέγεθος της ανθρώπινης και υλικής καταστροφής στον Πόντο.
Η τελευταία κατηγορία, για παράδειγμα, δείχνει ότι ο χάρτης δεν κατέγραφε μόνο φόνους, πυρπολήσεις και υλικές ζημιές. Επιχειρούσε να αποτυπώσει και τη μεταβολή της πληθυσμιακής σύνθεσης: την απομάκρυνση των ελληνικών κοινοτήτων και την αντικατάστασή τους από άλλους πληθυσμούς.
Το τρισέλιδο χειρόγραφο τεκμήριο φυλάσσεται σήμερα στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ψηφιοποιηθεί από το Αριστοτέλειο.
Ένας χάρτης για να «δει» η Ευρώπη την καταστροφή
Ο χάρτης προοριζόταν να τεθεί υπόψη της Διασυμμαχικής Εξεταστικής Επιτροπής, η σύσταση της οποίας, σύμφωνα με το ίδιο το έγγραφο, είχε προταθεί για τη διερεύνηση όσων είχαν συμβεί στον Πόντο.
Οι συντάκτες του προλόγου θεωρούσαν ότι οι πολυάριθμες εκθέσεις, τα υπομνήματα και τα τηλεγραφήματα που είχαν αποσταλεί στους Συμμάχους, στην Κοινωνία των Εθνών και στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό δεν αρκούσαν για να αποδώσουν το σύνολο της καταστροφής.
Μια λεπτομερής γραπτή παρουσίαση, σημείωναν, θα απαιτούσε πολλούς τόμους. Ο χάρτης μπορούσε να συμπυκνώσει αυτή την πληροφορία σε μία εικόνα και να καταστήσει ορατές τόσο τις απώλειες ανθρώπινων ζωών όσο και την εξαφάνιση άλλοτε ακμαίων ελληνικών οικισμών.
Η γεωγραφία μετατρεπόταν έτσι σε αποδεικτικό υλικό.
Ο αρχιτέκτονας και οι μαρτυρίες των προσφύγων
Το χάρτη είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Βασματζίδης.
Ως βάση χρησιμοποίησε ευρωπαϊκούς χάρτες της εποχής, αλλά η ουσιαστική πληροφορία προήλθε από τους ίδιους τους πρόσφυγες. Στην Κωνσταντινούπολη βρίσκονταν τότε Πόντιοι από διαφορετικές επαρχίες, οι οποίοι είχαν προσωπική γνώση των πόλεων και των χωριών τους.
Οι μαρτυρίες τους αξιοποιήθηκαν για να σημειωθούν οικισμοί οι οποίοι δεν εμφανίζονταν στους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς χάρτες, αλλά και για να διορθωθούν παραφθαρμένα ή λανθασμένα τοπωνύμια.
Η σύνταξή του αποτελούσε, επομένως, μια πρώιμη προσπάθεια συστηματικής καταγραφής προφορικών μαρτυριών. Οι εμπειρίες ανθρώπων που είχαν εγκαταλείψει τον Πόντο μετατρέπονταν σε γεωγραφικά σημεία, χρωματικές κατηγορίες και τεκμήρια καταστροφής.
Τα κενά που αναγνώριζαν οι συντάκτες
Οι άνθρωποι που εργάστηκαν για τη δημιουργία του χάρτη δεν έκρυβαν τις δυσκολίες του εγχειρήματος.
Στον πρόλογο παραδέχονταν ότι δεν ήταν πάντοτε δυνατό να προσδιοριστούν με απόλυτη ακρίβεια οι αποστάσεις και οι θέσεις όλων των χωριών. Οι πληροφορίες προέρχονταν από πρόσφυγες, ενώ η επικοινωνία με πολλές περιοχές του Πόντου είχε διακοπεί.
Υπήρχαν επίσης οικισμοί για τους οποίους δεν είχε γίνει γνωστό εάν είχαν ήδη καταστραφεί. Για το λόγο αυτό δεν είχαν συμπεριληφθεί, όπως δεν είχαν συμπεριληφθεί και οι πληθυσμοί τους στον συνολικό υπολογισμό των απωλειών.
Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο χάρτης δεν παρουσιαζόταν ως πλήρης απογραφή όλων των εγκλημάτων, αλλά ως η πληρέστερη δυνατή εικόνα με βάση τις πληροφορίες που μπορούσαν τότε να συγκεντρωθούν.
Οι Αμερικανοί μάρτυρες που επικαλούνταν
Για να ενισχύσουν την αξιοπιστία της καταγραφής, οι συντάκτες επικαλούνταν και μαρτυρίες ξένων παρατηρητών.
Μεταξύ αυτών κατονομάζεται ο Αμερικανός δημοσιογράφος Χέρμπερτ Άνταμς Γκίμπονς, ο οποίος είχε στείλει ανταποκρίσεις από την Τραπεζούντα στην εφημερίδα Christian Science Monitor. Το αρχείο του Γκίμπονς στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον περιλαμβάνει το δημοσιογραφικό και συγγραφικό έργο του για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Εγγύς Ανατολή.
Το χειρόγραφο μνημονεύει επίσης την Έθελ Τόμσον από τη Βοστόνη, η οποία είχε εργαστεί στη Μικρά Ασία από τον Αύγουστο του 1921 μέχρι τον Ιούνιο του 1922.
Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι η Επιτροπεία των Ποντίων επιχειρούσε να συνδυάσει τις καταθέσεις των προσφύγων με μαρτυρίες ξένων υπηκόων, γνωρίζοντας ότι μια διεθνής εξεταστική επιτροπή θα αναζητούσε και εξωτερική επιβεβαίωση των καταγγελιών.
Η χρονολογία που διορθώνει το ίδιο το έγγραφο
Στην ψηφιακή αρχειακή εγγραφή το τεκμήριο εμφανίζεται με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1919. Το ίδιο το χειρόγραφο, ωστόσο, δεν αφήνει αμφιβολία για τη χρονολόγησή του.
Στο τέλος της τρίτης σελίδας αναγράφεται: «Εν Κωνσταντινουπόλει τη 7/βρίου 1922».
Επιπλέον, το κείμενο παραπέμπει σε αμερικανικές εκθέσεις και ανταποκρίσεις του Μαΐου και του Ιουνίου του 1922. Ο εναλλακτικός αρχειακός κωδικός του τεκμηρίου περιλαμβάνει επίσης τη χρονολογία 1922.
Υπάρχει ακόμη ένα προγενέστερο σχέδιο, με ελληνικές και αγγλικές σημειώσεις, το οποίο φέρει ημερομηνία 14 Απριλίου 1922, καθώς και μια δακτυλογραφημένη γαλλική εκδοχή του προλόγου.
Κατά συνέπεια, η ένδειξη «1919» στα μεταδεδομένα αποτελεί προφανή αρχειακή αναντιστοιχία. Η σωστή ημερομηνία του χειρογράφου είναι η 7η Σεπτεμβρίου 1922.
Τι σώζεται – και τι δεν έχει εντοπιστεί
Η ψηφιοποιημένη εγγραφή περιλαμβάνει τις τρεις χειρόγραφες σελίδες του προλόγου, με διορθώσεις και προσθήκες. Περιλαμβάνει επίσης την περιγραφή του χάρτη, τη μεθοδολογία κατασκευής του και την επεξήγηση των τεσσάρων χρωμάτων.
Ο ίδιος ο χάρτης δεν περιλαμβάνεται στο ψηφιοποιημένο τεκμήριο.
Ως εκ τούτου, δεν να διαπιστωθεί σήμερα από την online εγγραφή η ακριβής μορφή του, η κλίμακά του ή ο αριθμός των οικισμών που είχαν σημειωθεί πάνω του.
Αυτό που σώζεται όμως, είναι αρκετό για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο οι ποντιακές οργανώσεις προσπάθησαν να μετατρέψουν τις προσφυγικές μαρτυρίες σε οργανωμένο αποδεικτικό υλικό.
Λίγες ημέρες πριν από την είσοδο του τουρκικού στρατού στη Σμύρνη και ενώ η Μικρασιατική Καταστροφή βρισκόταν σε εξέλιξη, στην Κωνσταντινούπολη κάποιοι επιχειρούσαν να διασώσουν σε έναν χάρτη τα ονόματα των τόπων που χάνονταν.

















