Ο Σαρκίς Σαριάν γεννήθηκε το 1911 στο Πιράν, ένα μικρό χωριό στις νότιες πλαγιές του Ταύρου, ανάμεσα στο Παλού και το Ντιαρμπεκίρ. Το χωριό κατοικούνταν κυρίως από Κούρδους, ενώ υπήρχαν επίσης Αρμένιοι και λίγοι Τούρκοι. Η παιδική του ηλικία, όμως, θα τελείωνε βίαια κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Λίγο πριν από τον εκτοπισμό, ο πατέρας του Γκρικόρ συνελήφθη και οδηγήθηκε με χειροπέδες στο αστυνομικό τμήμα. Ο Σαρκίς δεν τον ξαναείδε ποτέ. Όλοι οι Αρμένιοι άνδρες του χωριού οδηγήθηκαν προς τα βορειοανατολικά και, όπως πληροφορήθηκε αργότερα η οικογένεια, δολοφονήθηκαν.
Τον Ιούλιο του 1915 έφτασε στο Πιράν η διαταγή της εκτόπισης. Οι χωροφύλακες έλεγαν μεταξύ τους: «Firman geldi, bir giavourn kafa kalmaiachak», δηλαδή «έφτασε η επίσημη διαταγή, δεν πρέπει να μείνει ούτε ένα κεφάλι Αρμένιου».
Ο τετράχρονος Σαρκίς βρέθηκε στο δρόμο μαζί με τη μητέρα του και τα τρία αδέλφια του. Η πορεία προς την εξορία, όμως, δεν θα κρατούσε για όλους. Η δίχρονη Εστέρ και ο μόλις τεσσάρων μηνών Χαϊγκάζ κουράστηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο χωροφύλακας που συνόδευε την πομπή τα άρπαξε και τα πέταξε στον ποταμό Τίγρη.
Η μητέρα του Σαρκίς κατάφερε να διαφύγει, ενώ η επτάχρονη αδελφή του Χαϊγκουί απήχθη. Άλλα μέλη της οικογένειας δολοφονήθηκαν επίσης.
Ο ίδιος ο Σαρκίς σώθηκε σχεδόν τυχαία. Νιώθοντας τον κίνδυνο να πλησιάζει, κρύφτηκε σε έναν στάβλο. Ένας στρατιωτικός αστυνομικός τον εντόπισε και προσπάθησε να τον πάρει μαζί του πάνω σε ένα γαϊδούρι. Το παιδί αντιστάθηκε, κατέβηκε και κρύφτηκε ξανά. Τελικά βρήκε καταφύγιο ανάμεσα σε Κούρδους γείτονες, όπου τον εντόπισε η γιαγιά του.
Η γιαγιά του ήταν γνωστή ως θεραπεύτρια και, χάρη στις γνώσεις της, της είχε επιτραπεί να παραμείνει στο χωριό. Μαζί της έμεινε και ο 15χρονος θείος του, ο Καλούστ, ο οποίος ήταν πεταλωτής και θεωρούνταν χρήσιμος στους Τούρκους.
Η επιβίωση, ωστόσο, είχε βαρύ τίμημα. Την επόμενη χρονιά ο Σαρκίς και οι συγγενείς του εξισλαμίστηκαν. Το όνομά του άλλαξε σε Σεφέρ και υποβλήθηκε σε περιτομή. Παρά τη νέα ταυτότητα που του επιβλήθηκε, μέσα στο σπίτι συνέχισαν να μιλούν αρμενικά.
Για τέσσερα χρόνια, μέχρι το 1919, έζησε μαζί με τους Κούρδους και εργάστηκε για την επιβίωσή του. Μετακινούνταν από χωριό σε χωριό, κασσιτερώνοντας χάλκινα σκεύη και κατασκευάζοντας καρφιά. Η παιδική του ηλικία είχε μετατραπεί σε καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Μετά το τέλος του πολέμου, ο θείος του Σιμόν, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως εθελοντής στην αρμενική λεγεώνα του γαλλικού στρατού, επέστρεψε στο Πιράν και ανακάλυψε ότι ο Σαρκίς είχε επιζήσει. Αποφάσισε, λοιπόν, να τον οδηγήσει στην Αμερική.
Το ταξίδι ξεκίνησε από το Ντιαρμπεκίρ και το Μαρντίν με προορισμό το Χαλέπι. Ο Σαρκίς ήταν άρρωστος και είχε υψηλό πυρετό. Όταν έφτασε το τρένο, ο θείος του κατάφερε να τον βάλει στο βαγόνι, ενώ Γάλλοι στρατιώτες προσπαθούσαν να τον τραβήξουν μέσα και Τούρκοι στρατιώτες να τον κατεβάσουν. Ο Σιμόν δεν κατάφερε να ταξιδέψει μαζί του, αλλά του έδωσε το καπέλο του Αρμένιου εθελοντή.
Η νέα ζωή στην Αμερική
Στο Χαλέπι, το καπέλο αυτό έγινε το σημάδι που οδήγησε τους Αρμένιους εθελοντές στον μικρό πρόσφυγα. Τον περιέθαλψαν και, όταν έφτασε ο θείος του, συνέχισαν μαζί το ταξίδι.
Ο Σιμόν επέστρεψε στην Αμερική και το 1921 έστειλε χρήματα στον Σαρκίς, επιτρέποντάς του να φτάσει και εκείνος στη χώρα. Εκεί κατάφερε να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Σπούδασε, έγινε χημικός και αργότερα ασχολήθηκε με την αρμενική γλώσσα και τη σχέση της με τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Παντρεύτηκε την Αρμίνε Μανουκιάν, απέκτησαν τέσσερα παιδιά και δημιούργησαν μια οικογένεια που έφτασε να αριθμεί οκτώ εγγόνια.

Η πορεία του από το Πιράν στην Αμερική συμπυκνώνεται σε μία φράση που αποδίδει τόσο την απώλεια όσο και την επιβίωση: «Οι Τούρκοι μείωσαν τον αριθμό μας, αλλά εμείς αυξηθήκαμε».
Η μαρτυρία του καταγράφηκε το 1999 από την καθηγήτρια Βερζίνε Σβαζλιάν στο Παρίσι και συμπεριλήφθηκε στο έργο της για τις μαρτυρίες των επιζώντων της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Το 2010 η ιστορία του παρουσιάστηκε στην αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων από τον βουλευτή Άνταμ Σιφ, στο πλαίσιο της προσπάθειας να διασωθούν οι προσωπικές μαρτυρίες των τελευταίων επιζώντων.
Η ιστορία του Σαρκίς Σαριάν είναι, τελικά, η διαδρομή ενός παιδιού που έζησε από πρώτο χέρι τη φρίκη της Γενοκτονίας, έχασε σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά του, επιβίωσε από τον εκτοπισμό και τον εξαναγκαστικό εξισλαμισμό και, χρόνια αργότερα, κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα ζωή. Μια ζωή που έγινε και η ίδια μαρτυρία ότι η μνήμη και η συνέχεια ενός λαού μπορούν να επιβιώσουν ακόμη και μετά την καταστροφή.

















