Κάθε καλοκαίρι, τα πανηγύρια της Φλώρινας και της ευρύτερης Δυτικής Μακεδονίας επαναφέρουν στην επιφάνεια ένα ζήτημα που η Αθήνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με αμηχανία, επιπολαιότητα ή σιωπή. Στη Μελίτη, στη Βεύη, στην Παλαίστρα, στην Άνω Καλλινίκη, στη Σκοπιά και σε άλλα χωριά ακούγονται, μαζί με τα ελληνόφωνα τραγούδια, τραγούδια στο τοπικό σλαβόφωνο ιδίωμα.
Αυτό από μόνο του δεν συνιστά πρόβλημα. Το ιδίωμα αποτελεί μέρος της ιστορικής εμπειρίας πολλών γηγενών κατοίκων της περιοχής.
Το πραγματικό ζήτημα αρχίζει εκεί όπου, υπό την επίκληση της παράδοσης, εισάγεται συστηματικά ένα διαφορετικό μουσικό και ιδεολογικό υλικό: τραγούδια που δεν προέρχονται από την αυθεντική προφορική παράδοση των χωριών, αλλά από τη δισκογραφική παραγωγή της γειτονικής χώρας, από κατασκευές της γιουγκοσλαβικής και τιτοϊκής περιόδου ή από νεότερα εθνικιστικά αφηγήματα.
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Άλλο η γλώσσα των παππούδων και άλλο η οργανωμένη χρήση της μουσικής ως προπαγανδιστικό εργαλείο.
Σύμφωνα με έρευνες και καταγραφές πολιτιστικών φορέων, συγκεκριμένα τραγούδια που ακούγονται σε πανηγύρια της κεντροδυτικής Μακεδονίας έχουν ήδη καταλογογραφηθεί και μεταφραστεί. Σε δημοσιευμένη συλλογή παρουσιάζονται 26 τραγούδια τα οποία χαρακτηρίζονται προπαγανδιστικά ή αλυτρωτικά, ώστε οι πολίτες να μπορούν να γνωρίζουν το περιεχόμενό τους και να κρίνουν οι ίδιοι. Επομένως, δεν μπορεί πλέον να προβάλλεται ως δικαιολογία η άγνοια των στίχων ούτε να βαφτίζεται συλλήβδην «παράδοση» οτιδήποτε εισάγεται στο πρόγραμμα μιας εκδήλωσης.
Υπάρχουν ασφαλώς ερωτικά, γαμήλια, σκωπτικά τραγούδια, τραγούδια της ξενιτιάς και της καθημερινής ζωής. Αυτά ανήκουν στη μνήμη και στον πολιτισμό των ανθρώπων και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Υπάρχουν όμως και τραγούδια που εξυμνούν ξένες εθνικές αφηγήσεις, παρουσιάζουν την ελληνική παρουσία στη Μακεδονία ως κατοχή ή αποδίδουν στους Έλληνες χαρακτηρισμούς εχθρού και κατακτητή.
Σε δημόσια αναρτημένο υλικό από τη Βεύη αποδίδονται σε τραγούδι εκφράσεις για «άθλιους Έλληνες», «εχθρικά θηρία» και επίκληση στον Θεό να τους καταστρέψει. Εφόσον η μετάφραση και η ταυτοποίηση των στίχων επιβεβαιώνονται, δεν πρόκειται για αθώα λαογραφία αλλά για ευθεία καλλιέργεια εχθρότητας μέσα σε δημόσια εκδήλωση.
Εξίσου σοβαρές είναι οι καταγγελίες κατοίκων και φορέων ότι μπάντες, σύλλογοι και πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην περιοχή ενισχύονται οικονομικά από εθνικιστικούς κύκλους της διασποράς ή από μηχανισμούς συνδεδεμένους με τη Βόρεια Μακεδονία. Οι καταγγελίες αυτές δεν μπορεί να αγνοούνται. Απαιτείται έλεγχος της προέλευσης των χρηματοδοτήσεων, ιδιαίτερα όταν εκδηλώσεις επιχορηγούνται από δήμους ή άλλους δημόσιους φορείς.
Η εισαγωγή νεότερων τραγουδιών παρουσιάζεται συχνά ως αυθόρμητη συνέχεια της τοπικής παράδοσης.
Ωστόσο, κάτοικοι της περιοχής καταγγέλλουν ότι συγκεκριμένοι χοροδιδάσκαλοι, πολιτιστικοί διαμεσολαβητές και σύλλογοι εντάσσουν στο ρεπερτόριο τραγούδια ξένης προέλευσης, διδάσκοντάς τα στις νεότερες γενιές ως δήθεν πατροπαράδοτα.
Εάν αυτό συμβαίνει οργανωμένα, δεν έχουμε απλώς πολιτιστική ανταλλαγή. Έχουμε άσκηση «μαλακής ισχύος» με στόχο τη σταδιακή μεταβολή της πολιτισμικής συνείδησης μιας τοπικής κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται και μια ιστορική αποκατάσταση. Οι δίγλωσσοι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας δεν αποτέλεσαν ποτέ ενιαίο εθνικό ή πολιτικό σώμα. Στα ύστερα οθωμανικά χρόνια, σημαντικό μέρος των γηγενών σλαβόφωνων ορθοδόξων παρέμεινε πιστό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και αντιστάθηκε στις πιέσεις της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Η επιλογή αυτή συνδεόταν με τον ελληνικό προσανατολισμό και πληρώθηκε με διώξεις, αίμα και θυσίες.
Δεν είναι συνεπώς ούτε ιστορικά ακριβές ούτε ηθικά δίκαιο να εξισώνεται η μεγάλη μάζα των γηγενών Ελλήνων, απογόνων εκείνων των Πατριαρχικών, με μια μικρή αλλά θορυβώδη και οργανωμένη μειοψηφία η οποία προβάλλει πότε τη σκοπιανή και πότε τη βουλγαρική εκδοχή του Μακεδονικού.
Δεν πρόκειται για δύο ισοδύναμα άκρα. Από τη μία βρίσκεται μια τοπική κοινωνία που υπερασπίστηκε επί γενεές την ελληνική της συνείδηση. Από την άλλη βρίσκονται οργανωμένα δίκτυα τα οποία επιχειρούν να επανερμηνεύσουν τη γλώσσα, τη μουσική και την ιστορία της μέσα από αλλότρια εθνικά σχήματα.
Η Αθήνα όμως φαίνεται να επαναλαμβάνει παλαιά λάθη. Όπως στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα άφηνε συχνά τους γηγενείς πληθυσμούς εκτεθειμένους στις πιέσεις της Εξαρχίας, έτσι και σήμερα αφήνει τους απογόνους τους να αντιμετωπίζουν σχεδόν μόνοι μια επιθετική πολιτισμική προπαγάνδα.
Οι θεσμοί απουσιάζουν, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αδρανούν και όσοι αντιδρούν κινδυνεύουν να παρουσιαστούν είτε ως υπερβολικοί είτε ως εχθροί της τοπικής παράδοσης.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση του ιδιώματος ούτε η συλλογική ενοχοποίηση των χωριών και των κατοίκων τους. Μια τέτοια πολιτική θα ήταν άδικη, αναποτελεσματική και τελικά θα εξυπηρετούσε την προπαγάνδα εκείνων που επιδιώκουν να εμφανίσουν την Ελλάδα ως φοβική απέναντι στην πολιτισμική ιδιαιτερότητα.
Η απάντηση πρέπει να είναι η γνώση και η θεσμική παρουσία: συστηματική λαογραφική και μουσικολογική έρευνα, πλήρης καταγραφή του αυθεντικού τοπικού ρεπερτορίου, δημόσια μετάφραση των στίχων, διαφάνεια στις χρηματοδοτήσεις, έλεγχος των προσκεκλημένων συγκροτημάτων και σαφείς κανόνες για τις εκδηλώσεις που τελούν υπό την αιγίδα δήμων και δημόσιων οργανισμών.
Όταν ένας στίχος υποκινεί μίσος, εξυμνεί εδαφικές διεκδικήσεις ή παρουσιάζει τους Έλληνες ως εχθρούς που πρέπει να καταστραφούν, η αντίδραση οφείλει να είναι άμεση και καθαρή.
Τα πανηγύρια μπορούν να αποτελέσουν γέφυρες μόνο όταν υπηρετούν την πραγματική παράδοση και τη συνύπαρξη. Όταν χρησιμοποιούνται για την επίδειξη ξένης μαλακής ισχύος και τη διάδοση διχαστικών εθνικιστικών μηνυμάτων, παύουν να είναι αθώες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων της. Έχει, όμως, υποχρέωση να μην επιτρέπει την καπηλεία της γλώσσας και της παράδοσής τους από μηχανισμούς που επιδιώκουν να αλλοιώσουν την ιστορική και εθνική τους συνείδηση. Η προστασία της τοπικής κληρονομιάς και η αντιμετώπιση του αλυτρωτισμού δεν είναι αντίθετες επιδιώξεις. Είναι δύο πλευρές της ίδιας δημοκρατικής και εθνικής ευθύνης.

















