Ελαφρά τη καρδία, κάποιος θα έλεγε ότι ο Πόλυς Κερμανίδης είναι συνδεδεμένος με μία μόνο τεράστια –και διαχρονική– επιτυχία. Το τραγούδι «Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια», που μάλιστα ήταν και διασκευή. Όμως ψάχνοντας την πορεία του, διαπιστώνει ότι είχε κάνει και άλλες επιτυχίες.
Τόσο μεγάλες που τον είχαν βάλει ψηλά στο χρηματιστήριο της νύχτας, αλλά και της ομογένειας.
Βέβαια, το είδος που υπηρέτησε με πολύ επιτυχία, πέρασε από πολλά σκαμπανεβάσματα και στην πορεία σχεδόν εκδιώχθηκε. Και από τις μεγάλες πίστες και τις δισκογραφικές και από το ραδιόφωνο. Όμως όσοι επέζησαν, και επιτυχία είχαν και δουλειές έκαναν. Μπορεί να μην τους έλουσαν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά το τηλέφωνό τους δεν σταμάτησε να χτυπά.

Μια τέτοια ξεχωριστή περίπτωση ήταν και ο Κερμανίδης. Αν και όπως θα διαβάσετε παρακάτω, ήξερε να περιμένει. Και όταν επιβλήθηκε στο είδος του μέσα σε μια νύχτα, έκανε τους κατάλληλους χειρισμούς που του εξασφάλισαν τη διάρκεια. Όμως αυτήν τη διάρκεια την σταμάτησε η μοίρα που στάθηκε ανελέητη απέναντι του. Και όσο μπόρεσε την πάλεψε.

«Ό,τι χτίζω, το γκρεμίζεις»
Γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1946 στην Ξάνθη, από μια φτωχή οικογένεια βιοπαλαιστών με ποντιακή καταγωγή. Το πρώτο χτύπημα της μοίρας το βίωσαν νωρίς τόσο ο μικρός Πόλυς όσο και οι δυο αδελφές του, όταν πέθανε σε νεαρή ηλικία η μητέρα τους. Παράλληλα, ο ίδιος έκανε δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει. Κυρίως ως γκαρσόνι, αλλά εκτός από τη δουλειά του, ήταν καλός και στο τραγούδι.
Ναι, το λάτρευε το τραγούδι, και είχε ινδάλματά του τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Πάνο Γαβαλά.
Υπάρχει και μια ιστορία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Συγκεκριμένα όταν ήταν 13 ετών, είχε πάει να ακούσει τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Μανώλη Αγγελόπουλο στο νυχτερινό κέντρο όπου εμφανίζονταν. Ανέβηκε να τραγουδήσει, και τότε το αφεντικό του είπε να έρχεται κάθε βράδυ εκεί να τραγουδάει. Αυτό πιθανότατα να συνέβη στη Θεσσαλονίκη, καθώς στην Αθήνα κατέβηκε γύρω στο 1967. Τότε ηχογράφησε και το πρώτο του τραγούδι, με τίτλο «Ό,τι χτίζω, το γκρεμίζεις». Δυστυχώς μετά από χρόνια αυτός ο τίτλος, θα μπορούσε να ήταν και τίτλος της ζωής του.
«Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια»
Μέχρι το 1968 έχει κυκλοφορήσει τέσσερα 45άρια και μάλιστα σε δυο δισκογραφικές εταιρείες. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1973 απέχει από τη δισκογραφία, αλλά χτίζει όνομα στα νυχτερινά κέντρα. Μάλιστα στα πρώτα του βήματα συνεργάστηκε με το ίνδαλμά του, τον Στέλιο Καζαντζίδη, ο οποίος μαζί με τον Χρήστο Κολοκοτρώνη ήταν κουμπάροι στο γάμο του.

Το 1975 κυκλοφορεί το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο Και το είδες και το βλέπεις και την επόμενη χρονιά το δεύτερο, με τίτλο Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια. Και γίνεται ο απόλυτος χαμός.
Για την ιστορία, το τραγούδι ήταν του Γιώργου Μητσάκη και η πρώτη εκτέλεση ανήκε στον Μάνο Παπαδάκη. Όμως ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι ήταν του Κερμανίδη.
Οι ειδικοί της μουσικής μιλάνε για μια άναρχη διασκευή του τραγουδιού, ενώ από τότε το παρατσούκλι που τον ακολουθούσε ήταν ο «ροκάς του λαϊκού». Το τραγούδι, και κατ’ επέκταση το άλμπουμ, ακούστηκε τρελά στο ραδιόφωνο. Και όχι τόσο στο τότε επίσημο –δημόσιο– ραδιόφωνο, όσο στους πειρατικούς. Ξέρετε, αυτούς που διαφήμιζαν κυρίως πωλήσεις οικοπέδων (με δόσεις). Ήταν και η εποχή τέτοια, μετά τη Μεταπολίτευση του 1974, που υπήρξε έκρηξη του πολιτικού τραγουδιού. Αλλά αυτά γίνονταν στα κρατικά ραδιόφωνα. Στην περιφέρεια το λαϊκό τραγούδι είχε την πρωτοκαθεδρία.

Παρόλο που ο Κερμανίδης άνηκε σε μικρή δισκογραφική εταιρεία, η επιτυχία του ήταν τεράστια και εδώ και στην ομογένεια. «Η παιδική μου ανάμνηση από τον πατέρα μου ήταν να τον βλέπω συνέχεια με μια βαλίτσα στο χέρι. Γιορτές δεν είχα κάνει τότε με τον πατέρα μου» είχε πει πριν από μερικά χρόνια σε ραδιοφωνική του συνέντευξη ο γιος του, Γιάννης.
Η στροφή της μοίρας
Από την Panivar φεύγει αρχικά το 1981 και περνάει στην πολυεθνική CBS. Συνεχίζει να πουλάει και να κάνει επιτυχία στα νυχτερινά κέντρα, αλλά τα μέσα δεν τον παίζουν. Ασχέτως ότι κάνει και χρυσούς δίσκους. Η τελευταία επίσημη δισκογραφική δουλειά ήταν το 1990. Και μπορεί να μην είχε τρέχουσα δισκογραφία, αλλά και τα δικά του τραγούδια και των άλλων του έδιναν πολύ σπουδαίο ρεπερτόριο.

Όλα αλλάζουν δραματικά στις 22 Μαΐου 1997, όταν κατευθυνόταν στη Λάρισα για μια εμφάνιση, και έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό του μια τριαξονική νταλίκα. Ο τραγουδιστής επέζησε, αλλά σε πολύ κακή κατάσταση. Καταστράφηκαν τα οπτικά του νεύρα, ενώ ταυτόχρονα είχε απώλεια συνείδησης. Αυτά φυσικά τον κράτησαν μακριά από την δουλειά του, ενώ κυκλοφορούσε με αναπηρικό καροτσάκι, καθώς φοβόταν μην ζαλιστεί και πέσει.
Ο Κερμανίδης σε συνέντευξή του είχε πει: «Στην αρχή είχα και κρίσεις επιληψίας. Πήγα στην Αμερική και χάλασα 270 εκατομμύρια. Ό,τι είχα μαζέψει, τα χάλασα. Όταν βγαίνω χρησιμοποιώ το αναπηρικό καροτσάκι μην τυχόν και με πιάσει κάποιος ίλιγγος».
Και συνέχισε λέγοντας: «Εκτός από τον Πανταζή και τον Νομικό κανένας άλλος δεν έρχεται να με δει! Αποφάσισα να κοιτάξω τον εαυτό μου για να επιβιώσω. Αυτά που έχω πάθει, δεν θέλω να συμβούν ούτε στον εχθρό μου». Και δυστυχώς αυτό ήταν η αρχή της πτώσης του.
Το τελευταίο χτύπημα
Το 2007 διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα, παρόλο που δεν κάπνιζε ούτε έπινε. Σε συνέντευξη του, το 2011, είχε πει: «Το 2007 έγινε η διάγνωση καρκίνου στον δεξιό πνεύμονα. Και τον Απρίλιο του 2008 έκανα την πρώτη επέμβαση, που διήρκεσε οχτώ ώρες. Μου έκοψαν τα δύο τέταρτα του πνεύμονα. Το 2010 έκανε μετάσταση στον αριστερό και έκανα ρομποτική εγχείρηση πληρώνοντας 14.800 ευρώ».
Εκείνη την περίοδο τον εγκαταλείπει και η σύζυγός του. «Με άφησε η γυναίκα μου. Μη σου πω ότι τότε έβγαλα τον καρκίνο. Είχαμε παρθεί από έρωτα. Έφυγε η γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Μου γκρέμισε την οικογένεια, μου γκρέμισε τα πάντα – και μάλιστα σε καιρούς χαλεπούς, που είμαι ανάπηρος, άτομο με ειδικές ανάγκες», είχε δηλώσει στην ίδια συνέντευξη.
Όσο για τα οικονομικά του; Ζούσε με το επίδομα της Πρόνοιας για τυφλούς, ήταν 650 ευρώ, από τα οποία 600 έδινε στην γυναίκα που τον φρόντιζε.
Επίσης λάμβανε γύρω στις 4.000 ευρώ το χρόνο από πνευματικά δικαιώματα, ενώ για να αντεπεξέλθει στα έξοδα, πούλησε δυο οικόπεδα που είχε.

Η κατάστασή του επιδεινώνεται, και στις 16 Δεκεμβρίου 2011 αρχίζει να μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο. Έφτασε σε σημείο ο ίδιος να κάνει έκκληση για αίμα. «Μου έπεσαν τα αιμοπετάλια και ο καρκίνος στους πνεύμονες, όπου είχα χειρουργηθεί με ρομποτική, έκανε μετάσταση στη λεκάνη και στον τρίτο σπόνδυλο. Στο μεταξύ το εγκεφαλικό παρέλυσε το αριστερό μου χέρι, άλλα όλα δείχνουν ότι θα επανέλθει» είχε εξομολογηθεί τότε.
Μάλιστα, σε αυτήν τη μίνι συνέντευξη δεν είχε κρύψει ότι είχε ζητήσει βοήθεια από τους συναδέλφους του και εκείνοι του γύρισαν την πλάτη. Οπότε έφτασε να κάνει έκκληση στον απλό κόσμο να τον βοηθήσει.
Ο Πόλυς Κερμανίδης έφυγε σαν σήμερα το 2012, μόλις 66 χρόνων. Και όπως είχε πει ο γιος του Γιάννης: «Ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά δεν του πήγαιναν τα πράγματα όπως τα ήθελε. Έκανε κάποιες λάθος επιλογές. Θα μπορούσε να κάνει μεγαλύτερη καριέρα. Αλλά ήταν ψυχούλα, βοηθούσε τον κόσμο».
Ο Κερμανίδης πάλεψε στην ζωή του, αλλά η μοίρα από ένα σημείο δεν ήταν μαζί του. Και έφυγε σαν τα πλοία στο λιμάνι.

Σπύρος Δευτεραίος

















