Ο κυβερνήτης έχει πέσει νεκρός δίπλα στο πυροβόλο. Οι μηχανές του υποβρυχίου έχουν σταματήσει και το γερμανικό σκάφος πλησιάζει για να το εμβολίσει. Ο Αντώνιος Αντωνίου κρατά το τελευταίο βλήμα και συνεχίζει να βάλλει.
Είναι η νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου 1943, ανήμερα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, και το υποβρύχιο «Κατσώνης» δίνει την τελευταία του μάχη κοντά στη Σκιάθο.
Η σύγκρουση με το γερμανικό ανθυποβρυχιακό UJ-2101, το πρώην ελληνικό «Στρυμών», καταλήγει στη βύθισή του. 32 άνδρες χάνουν τη ζωή τους, ανάμεσά τους ο κυβερνήτης, αντιπλοίαρχος Βασίλειος Λάσκος, ενώ 17 αιχμαλωτίζονται.
Μόλις τρεις καταφέρνουν να ξεφύγουν και να φτάσουν στη στεριά κολυμπώντας επί ώρες: ο ύπαρχος, υποπλοίαρχος Ηλίας Τσουκαλάς, ο Αναστάσιος Τσίγκρος και ο Αντώνιος Αντωνίου*.
Η μαρτυρία του τελευταίου, δημοσιευμένη στην έκδοση του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται, μεταφέρει τη μάχη μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που την έζησε στον πυργίσκο, στο πυροβόλο και, τελικά, μέσα στη θάλασσα.

Όλα αρχίζουν με φωτεινές αναλαμπές στο σκοτάδι. Το εχθρικό πλοίο έχει αντιληφθεί το «Κατσώνης» και ζητά σήματα αναγνώρισης. Το ελληνικό πλήρωμα δεν γνωρίζει το σύνθημα που θα μπορούσε να το παραπλανήσει. Ο Λάσκος σημαίνει συναγερμό και διατάζει κατάδυση. Σε λίγο το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 20 μέτρων.
Ο Αντωνίου κρατά το τιμόνι, προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή πορεία, όταν ακούει τον υδροφωνητή να αναφέρει ότι ο εχθρός εκπέμπει με «άσντιγκ». Η σκέψη του είναι άμεση: «Αφού αυτός έχει “άσντιγκ” σκούρα την έχουμε».

Οι πρώτες βόμβες βυθού συγκλονίζουν το σκάφος. Τα φώτα τρεμοσβήνουν, αλλά δεν αναφέρεται βλάβη. Οι επόμενες επιθέσεις, όμως, προκαλούν καταστροφές στα μηχανήματα και εισροή νερού.
Στην τρίτη δέσμη βομβών αναφέρεται διαρροή στην πρύμνη. Ο κυβερνήτης διατάζει να κλείσει η στεγανή φρακτή του πρυμναίου διαμερίσματος. Περίπου 15 άνδρες απομονώνονται εκεί, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η πλημμύρα.
Με την τέταρτη επίθεση διαλύονται όργανα και εξαρτήματα. Νερά μπαίνουν από την κάθοδο του πυργίσκου, ενώ η σπασμένη μπαταρία έχει χύσει οξέα στο εσωτερικό. Η βαριά μυρωδιά οξέων και πετρελαίου δυσκολεύει την αναπνοή. Στο σκοτάδι, οι βοηθητικές λάμπες προσφέρουν ελάχιστο φως.
Σύμφωνα με τον Αντωνίου, οι άνδρες παραμένουν στις θέσεις τους. Το «Κατσώνης», όμως, κινδυνεύει πλέον να μην ξαναβγεί στην επιφάνεια.
Ο Λάσκος διατάζει ταχεία ανάδυση και επάνδρωση του πυροβόλου και του πολυβόλου. Ο επιζών ερμηνεύει την απόφαση ως επιλογή να πολεμήσουν στην επιφάνεια, προτού το υποβρύχιο γίνει το «σιδερένιο φέρετρό μας».
Όταν ο Αντωνίου βγαίνει στο κατάστρωμα, βλέπει το εχθρικό σκάφος περίπου 400 μέτρα μακριά. Το «Κατσώνης» αρχίζει να βάλλει ενώ ακόμη αναδύεται. Το γερμανικό πλοίο στρέφεται και έρχεται ολοταχώς προς το μέρος του, ανοίγοντας πυρ με πυροβόλα και πολυβόλα.
Ο σκοπευτής του ελληνικού πυροβόλου πέφτει με τις πρώτες ριπές. Ο Αντωνίου παίρνει τη θέση του και ο ίδιος ο κυβερνήτης τον εφοδιάζει με βλήματα.
«Μου έδωσε δώδεκα απ’ αυτά», θυμάται. Όταν γυρίζει για να ζητήσει κι άλλα, βλέπει τον Λάσκο πεσμένο στη γέφυρα, δίπλα στο κανόνι. Μια ριπή πολυβόλου τού έχει κόψει τη ζωή.
Το εχθρικό πλοίο πλησιάζει στα 50 μέτρα. Ο Αντωνίου ρίχνει το τελευταίο του βλήμα και, όπως περιγράφει, αυτό χτυπά τη γερμανική γέφυρα, καλύπτοντάς την με καπνό.

Την ίδια στιγμή, ο ύπαρχος και ο πρώτος μηχανικός καταφέρνουν να θέσουν σε λειτουργία την πετρελαιομηχανή. Το «Κατσώνης» αρχίζει να κινείται, αλλά είναι πια αργά: το UJ-2101 το εμβολίζει στην αριστερή πλευρά της πρύμνης.
Το υποβρύχιο τραντάζεται, γέρνει και αρχίζει να βυθίζεται. Οι άνδρες που βρίσκονται στο κατάστρωμα πέφτουν στη θάλασσα. Άλλοι ανεβαίνουν από το εσωτερικό, προσπαθώντας να προλάβουν να εγκαταλείψουν το σκάφος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, τα γερμανικά πυρά συνεχίζονται μέχρι την οριστική βύθισή του.
Από το νερό, λίγα μέτρα μακριά, ο Αντωνίου βλέπει το «Κατσώνης» να χάνεται με την πρύμνη. Η τελευταία εικόνα του υποβρυχίου μένει δεμένη με μια προσωπική απώλεια:
«Εδάκρυσα την ώρα εκείνη για το χαμό του, γιατί μου φάνηκε πως έχανα το σπίτι μου».

















