Η Ζωή Λάσκαρη έφυγε αθόρυβα, στον ύπνο της, ένα πρωινό πριν από ακριβώς εννέα χρόνια. Ήταν 18 Αυγούστου 2017, όταν η είδηση του θανάτου της πάγωσε το πανελλήνιο. Η γυναίκα που για περισσότερο από μισό αιώνα είχε ταυτιστεί με τη λάμψη, την ομορφιά και τη γοητεία του ελληνικού κινηματογράφου, δεν υπήρχε πια. Είχε φύγει από τη ζωή στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, στο χώρο που τόσο αγαπούσε και που είχε επιλέξει για να ξεφεύγει από το θόρυβο της Αθήνας.
Εννέα χρόνια μετά, όμως, η Ζωή Λάσκαρη εξακολουθεί να είναι εδώ. Στις ταινίες της, στις θεατρικές σκηνές που περπάτησε, στις φωτογραφίες μιας ολόκληρης εποχής, αλλά κυρίως στη μνήμη των ανθρώπων που την γνώρισαν κι εκείνων που την αγάπησαν μέσα από τη μεγάλη οθόνη.
Γιατί πίσω από τη Ζωή Λάσκαρη υπήρχε η Ζωή Κουρούκλη. Η γυναίκα πίσω από τη σταρ. Το κορίτσι που έχασε τους γονείς του πολύ νωρίς, μεγάλωσε με τους παππούδες του και έμαθε από παιδί πως η ζωή μπορεί να σου στερήσει τα πάντα, αλλά ταυτόχρονα να σε αναγκάσει να γίνεις πιο δυνατός. Και ίσως γι’ αυτό, όταν μιλούσε για τη ζωή, τα λόγια της είχαν πάντα μια ιδιαίτερη δύναμη: «Να βουτάς με τα μούτρα και να μη φοβάσαι, γιατί τότε η ζωή είναι χαμένη. Σαν να μην έζησες, σαν να ήσουν περαστικός κι έφυγες. Θέλει πολλή τόλμη. Στο κάτω-κάτω, γιατί ζούμε; Γιατί να φοβόμαστε μην πονέσουμε; Δεν πονάμε πιο πολύ όταν δεν ζούμε τα πράγματα; Να μη φοβάσαι τη ζωή, προχώρα» είχε πει το 2014 στη Lifo.

Οι ρίζες από το Φανάρι και η οικογένεια Κουρούκλη
Η οικογενειακή καταγωγή της Ζωής Λάσκαρη δεν έχει καταγραφεί με την ίδια ακρίβεια που έχει καταγραφεί η καλλιτεχνική της πορεία. Σε δημοσιεύματα που αναφέρονται στις ρίζες της, η γιαγιά της από την πλευρά του πατέρα της, Ζωή Χατζηλιάκου, παρουσιάζεται ως Φαναριώτισσα, ενώ ο παππούς της, Ανδρέας Κουρούκλης, συνδέεται με τα Κουρουκλάτα της Κεφαλλονιάς. Σε ορισμένες από αυτές τις αναφορές γίνεται μάλιστα λόγος για οικογενειακή σύνδεση με το Libro d’Oro, το περίφημο Χρυσό Βιβλίο των ευγενών οικογενειών των Επτανήσων. Αυτό που είναι βέβαιο είναι πως η οικογένεια –και κυρίως οι παππούδες της– είχαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της. Η Ζωή μεγάλωσε ουσιαστικά μαζί τους, σε μια παιδική ηλικία που σημαδεύτηκε από μια απώλεια τόσο μεγάλη, ώστε η ίδια να την κουβαλά μέχρι το τέλος της ζωής της.
Το κορίτσι που μεγάλωσε χωρίς «μαμά» και «μπαμπά»
Η Ζωή Κουρούκλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν μοναχοκόρη του στρατιωτικού Δημητρίου Κουρούκλη. Ο πατέρας της σκοτώθηκε το 1943, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν εκείνη ήταν μόλις οκτώ μηνών.
Η μητέρα της πέθανε το 1948, μέσα στη δίνη του Εμφυλίου, όταν η Ζωή ήταν μόλις έξι ετών.
Οι παππούδες της ανέλαβαν την ανατροφή της και εκείνη αναγκάστηκε να μεγαλώσει πολύ γρήγορα. Η απουσία των γονιών της υπήρξε μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Χρόνια αργότερα θα μιλούσε στην Καθημερινή με συγκλονιστική ειλικρίνεια για το παιδικό της τραύμα: «Έχασα τους γονείς μου νωρίς και ωρίμασα πολύ γρήγορα… Φαίνεται ότι είναι μια απώλεια που δεν αναπληρώνεται. Με τίποτα. Σκέψου να μην έχεις φωνάξει ποτέ “μπαμπά”, ήμουν 8 μηνών όταν πέθανε, και “μαμά”. Είχα ανάγκη να προφέρω τις λέξεις. Έλεγα στους γονείς της μητέρας μου, που με μεγάλωναν, να με υιοθετήσουν για να μπορώ να πω “μαμά και μπαμπά”. Μετά ήθελα να δώσω στις κόρες μου την αγάπη που δεν ένιωσα από γονείς».

Ίσως μέσα σε αυτά τα λόγια να βρίσκεται και η βαθύτερη εξήγηση για τη σχέση που ανέπτυξε με τις δύο κόρες της, τη Μάρθα Κουτουμάνου και τη Μαρία Ελένη Λυκουρέζου. Η μητρότητα για εκείνην ήταν η ευκαιρία να προσφέρει στα δικά της παιδιά την αγάπη που η ίδια είχε στερηθεί. «Τα παιδιά δεν πρέπει να τα βάζεις σε μια γυάλα, γιατί όταν τα βγάλεις, θα αρπάξουν το πρώτο μικρόβιο που θα βρουν μπροστά τους. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος πρέπει να τρώει και τα μούτρα του. Αλλιώς δεν προχωράει. Αν φοβάσαι συνέχεια, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Γιατί φοβάσαι μην απογοητευθείς. Ε, δεν είναι ζωή αυτή» είχε πει στο ΒΗΜΑgazino τον Νοέμβριο του 2016.
Η «Σταρ Ελλάς» που έγινε σύμβολο του ελληνικού σινεμά
Το 1959 η ζωή της άλλαξε. Η Ζωή Κουρούκλη κέρδισε τον τίτλο της «Σταρ Ελλάς» και λίγο αργότερα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για το διαγωνισμό της «Μις Υφήλιος», όπου κατάφερε να βρεθεί στην πρώτη δεκαπεντάδα.
Η μεγάλη στροφή ήρθε όταν ο Γιάννης Δαλιανίδης την επέλεξε για πρωταγωνίστρια στον Κατήφορο, το 1961. Η επιτυχία της ταινίας ήταν τεράστια και η νεαρή ηθοποιός έγινε γρήγορα ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του ελληνικού κινηματογράφου.
Ακολούθησε το συμβόλαιό της με τη Φίνος Φιλμ και η καθιέρωση. Το πραγματικό της επώνυμο, Κουρούκλη, αντικαταστάθηκε από το «Λάσκαρη», ώστε να μην υπάρχει σύγχυση με την πρώτη της εξαδέλφη Ζωή Κουρούκλη, που ήταν ήδη γνωστή τραγουδίστρια. Η δεκαετία του ’60 υπήρξε για την καριέρα της καθοριστική. Μερικοί το προτιμούν κρύο, Νόμος 4000, Κορίτσια για φίλημα, Στεφανία, Οι θαλασσιές οι χάντρες και πολλές ακόμη ταινίες την έκαναν μια από τις πιο εμπορικές πρωταγωνίστριες της εποχής.
Μαζί με αρκετές ακόμη πρωταγωνίστριες της εποχής όπως η Τζένη Καρέζη, η Ζωή Λάσκαρη αποτέλεσε μία από τις τρεις κορυφαίες γυναικείες παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Όταν ο εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος άρχισε να παρακμάζει, η Ζωή Λάσκαρη δεν σταμάτησε. Πέρασε στο θέατρο και συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ερμηνεύοντας έργα από το ελληνικό και το διεθνές ρεπερτόριο. Η θεατρική της πορεία υπήρξε μακρά και σημαντική, ενώ το 2013 τιμήθηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου για τη συνολική προσφορά της στον ελληνικό κινηματογράφο.
Η γυναίκα πίσω από τη σταρ
Η Ζωή Λάσκαρη δεν ήθελε να ζει εγκλωβισμένη στην εικόνα που είχε δημιουργήσει το σινεμά για εκείνη. «Eίμαι κανονικός άνθρωπος. Θα σηκωθώ το πρωί, θα σκουπίσω, θα μαγειρέψω. Δεν παριστάνω τη Νόρμα Ντέσμοντ στη Λεωφόρο της Δύσης. Δεν υπήρξα ποτέ έτσι. Τι βαρετό Χριστέ μου!» είχε πει το 2014 στην Καθημερινή.
Ούτε η κοσμική ζωή την ενδιέφερε ιδιαίτερα. «Δεν μου πάει καθόλου. Δεν περνάω καλά. Προτιμώ να πάω σε ένα ταβερνάκι με τις φίλες μου, να πιω ένα κρασάκι. Δεν έχω τι να πω σε τέτοιες εκδηλώσεις. Νιώθω ηλίθια. Και κάνω προσπάθεια, μη νομίζετε. Και γελάω, και είμαι κανονική, γιατί δεν θέλω να προσβάλλω κανέναν. Αλλά φεύγω άδεια. Προτιμώ να είμαι σπίτι μου, να ράβω, να φτιάχνω τα σκουλαρίκια μου» είχε παραδεχτεί στη Lifo.

Με το Πόρτο Ράφτη είχε ιδιαίτερη σχέση. Εκεί είχε βρει έναν χώρο μακριά από την ένταση της Αθήνας και τη διαρκή δημοσιότητα. «Έχω μια θάλασσα μπροστά μου, έχω τα λουλούδια μου, και κυρίως πατάω στη γη κι αυτό μου αρέσει πολύ. Δεν αντέχω τον θόρυβο της πόλης ούτε όταν μεταφέρεται μέσα από το τηλέφωνο… Έχω ζήσει και αγαπήσει την Αθήνα πολύ και θλίβομαι όπως έχει γίνει. Αντίθετα με τον Αθηναίο, ο Θεσσαλονικιός αγαπάει την πόλη του, την προσέχει, την σέβεται, είναι περήφανος γι’ αυτήν. Στην Αθήνα περιμένουν κάποιος άλλος να δώσει τη λύση. Αναπτύξαμε τέτοιες σχέσεις με το κράτος-πατερούλη, που μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα υπάρχουν. Ήμουν μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου επί Αβραμόπουλου και έφυγα σε ενάμιση χρόνο τρέχοντας. Παιζόντουσαν πολλά συμφέροντα στον δήμο. Ήρθε μια στιγμή που δεν άντεξα άλλο» είχε πει στο ΒΗΜΑgazino περίπου έναν χρόνο πριν φύγει από τη ζωή.
Εκεί, στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, έμελλε τελικά να αφήσει και την τελευταία της πνοή. Στις 18 Αυγούστου 2017 πέθανε από καρδιακή ανακοπή ενώ κοιμόταν, σε ηλικία 74 ετών.
Οι κόρες της και το σπίτι που έμεινε πίσω
Η Ζωή Λάσκαρη λάτρευε τις δύο κόρες, τη Μάρθα που απέκτησε από τον πρώτο της γάμο με τον Πέτρο Κουτουμάνο και τη Μαρία-Ελένη από τον γάμο της με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο.
Η οικογένειά της βρέθηκε κατά καιρούς στο επίκεντρο της δημοσιότητας, ιδιαίτερα μετά το θάνατό της. Ωστόσο, για τη σημερινή προσωπική σχέση των δύο αδελφών, ούτε η Μάρθα, ούτε όμως και η Μαρία Ελένη δεν θέλουν να εκτίθενται στα φώτα ή να μιλούν για το τι πραγματικά τις συνδέει ή τις χωρίζει τα τελευταία χρόνια.
Πάντως, μια υπόθεση που έχει απασχολήσει δημόσια τα τελευταία χρόνια είναι εκείνη που αφορά τη βίλα της Ζωής Λάσκαρη στο Πόρτο Ράφτη, το σπίτι που για την ίδια υπήρξε καταφύγιο και τόπος ηρεμίας.

Η δικαστική διαμάχη αφορά αγωγή της εταιρείας διαχείρισης του συγκροτήματος «Απολλώνιο» για ανεξόφλητα κοινόχρηστα, με το ποσό που αναφέρεται να ανέρχεται σε 68.000 ευρώ. Η πλευρά της Μάρθας Κουτουμάνου, η οποία ζούσε εκεί μετά το θάνατο της μητέρας της, έχει αμφισβητήσει την απαίτηση, ενώ σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις του δικηγόρου της είχαν γίνει προσπάθειες για εξωδικαστική διευθέτηση.
Η δίκη, η οποία είχε προγραμματιστεί για τον περασμένο Μάρτιο, αναβλήθηκε και, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ενημέρωση, αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο του 2027. Έτσι, το σπίτι που κάποτε ήταν για τη Ζωή Λάσκαρη ο τόπος όπου μπορούσε να απομακρύνεται από τα φώτα και να βρίσκει την ησυχία της, εξακολουθεί και σήμερα να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που αφορά την οικογένειά της.
Εννέα χρόνια μετά, αυτό που έχει μείνει από τη Ζωή Λάσκαρη είναι πολύ μεγαλύτερο από έναν κινηματογραφικό μύθο. Είναι η διαδρομή μιας γυναίκας που έχασε τους γονείς της πριν προλάβει να τους γνωρίσει πραγματικά, μεγάλωσε με τους παππούδες της, βρέθηκε από τα καλλιστεία στην κορυφή του ελληνικού σινεμά και στη συνέχεια απέδειξε ότι μπορούσε να σταθεί και στη δύσκολη θεατρική σκηνή.

Είναι η ιστορία της Ζωής Κουρούκλη που έγινε Ζωή Λάσκαρη, αλλά δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά μέσα της το παιδί που αναζητούσε τις λέξεις «μαμά» και «μπαμπά».
«Απέκτησα την παιδεία μόνη μου. Είμαι μαθήτρια της ζωής» είχε εκμυστηρευτεί στη Μαρία Κατσουνάκη στην Καθημερινή.
Και ίσως τελικά αυτή να ήταν η μεγαλύτερη αλήθεια της. Γιατί η Ζωή Λάσκαρη έζησε πολλά. Γνώρισε τη δόξα και την απογοήτευση, τον έρωτα και την απώλεια, τη σκηνή και τη σιωπή. Και όταν ήρθε η ώρα να απομακρυνθεί από όλα, διάλεξε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα.
«Δεν υπάρχει χρόνος, δεν πιστεύω σ’ αυτόν. Είναι ένας μύθος» είχε πει η ίδια στο περιοδικό Soul. Εννέα χρόνια μετά, μοιάζει να είχε δίκιο. Ο χρόνος πέρασε, όμως η Ζωή Λάσκαρη δεν έγινε ανάμνηση. Έμεινε μέσα στις ταινίες της, στα θεατρικά της έργα, στις φωτογραφίες μιας ολόκληρης εποχής και στα λόγια της που εξακολουθούν να ακούγονται σαν μια τελευταία συμβουλή: «Να μη φοβάσαι τη ζωή, προχώρα» είχε πει στη Lifo τρία χρόνια πριν φύγει από τη ζωή. Και εκείνη προχώρησε. Με τον δικό της τρόπο. Μέχρι το τέλος.

















