Στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, στην Αμάσεια του Πόντου, γράφτηκε μία από τις πιο τραγικές σελίδες στην ιστορία των Ελλήνων της περιοχής. Εκείνη την ημέρα πραγματοποιήθηκαν νέοι απαγχονισμοί κρατουμένων που είχαν καταδικαστεί από τα λεγόμενα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας, τα οποία είχαν αρχίσει τις εργασίες τους στην Αμάσεια τον Αύγουστο του ίδιου έτους.
Οι δίκες αφορούσαν ανθρώπους από διαφορετικές περιοχές του Πόντου και ανάμεσα στους κατηγορουμένους βρίσκονταν πολιτικοί, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες. Ανάμεσα στα πρόσωπα που καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν ήταν ο πρώην βουλευτής του οθωμανικού κοινοβουλίου Ματθαίος Κωφίδης και ο δημοσιογράφος και εκδότης Νίκος Καπετανίδης. Οι δίκες ολοκληρώθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 1921.

Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες της ημέρας ήταν και ο αρχιμανδρίτης Πλάτων Αϊβαζίδης, πρωτοσύγκελλος της Μητρόπολης Αμάσειας. Ο Αϊβαζίδης είχε κρατηθεί μαζί με άλλους Έλληνες της περιοχής και οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 21 Σεπτεμβρίου.
Τα κακά νέα έφτασαν στην Αμερική
Οι εξελίξεις στην Αμάσεια δεν έμειναν άγνωστες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πληροφορίες για τις διώξεις και τις εκτελέσεις του Πόντου πέρασαν στον αμερικανικό Τύπο αλλά και στα επίσημα αρχεία του αμερικανικού Κογκρέσου.
Στα Επίσημα Πρακτικά του Κογκρέσου των ΗΠΑ (Congressional Record) του 1922 καταγράφηκαν αναφορές σχετικά με τις διώξεις των Ελλήνων του Πόντου και τις εκτελέσεις στην Αμάσεια. Το αμερικανικό κοινοβουλευτικό αρχείο αναφέρει ότι οι πληροφορίες είχαν φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ποντιακές οργανώσεις και άλλες πηγές.
Στις αναφορές που παρουσιάστηκαν στο Κογκρέσο περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι 168 Έλληνες καταδικάστηκαν σε θάνατο στην Αμάσεια στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1921 και ότι 151 από αυτούς απαγχονίστηκαν.
Ο αριθμός αυτός καταγράφεται εδώ ως σύγχρονη αμερικανική κοινοβουλευτική αναφορά, δηλαδή ως η πληροφορία που είχε φτάσει τότε στην αμερικανική πλευρά και παρουσιάστηκε στο Κογκρέσο, και όχι ως μεταγενέστερη ανεξάρτητη καταμέτρηση.

Η Αμάσεια στις σελίδες των New York Times
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου 1921, οι New York Times δημοσίευσαν το άρθρο με τίτλο «Αναφορές για τις σφαγές των Ελλήνων στον Πόντο», στο οποίο δίνονταν πληροφορίες για τις εκτελέσεις στην Αμάσεια.
Το δημοσίευμα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν περιοριζόταν σε μια γενική περιγραφή. Κατονόμαζε πρόσωπα από τη Σαμψούντα, τη Μπάφρα και άλλες περιοχές του Πόντου, μεταξύ των οποίων τον καθηγητή Δημήτριο Θεοχαρίδη του American College του Μερζιφούντα, τον πάστορα Παύλο Παυλίδη, τον καθηγητή Γεώργιο Παπαμάριο, τον μητροπολίτη Σαμψούντας και Αμάσειας Γερμανό Καραβαγγέλη και τον Θεόδωρο Αρσόγλου, μέλος του οθωμανικού κοινοβουλίου.
Το δημοσίευμα αναφέρεται στον Αλέξανδρο Κεχαγιά (Alexander Kehaya), μέλος της εταιρείας Kehaya Trading and Finance Corporation, που διατηρούσε γραφεία στη Wall Street. Ο Κεχαγιάς αποφάσισε να δώσει στη δημοσιότητα μια επιστολή που είχε λάβει από το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου στην Αθήνα.
Ο Κεχαγιάς μιλά στην εφημερίδα με ιδιαίτερα δραματικούς όρους: «Οι πρόσφατες ειδήσεις σχετικά με τους Έλληνες του Πόντου μάς έχουν τρομοκρατήσει. Μαθαίνουμε από ειδήσεις που φτάνουν σχεδόν καθημερινά ότι η κεμαλική κυβέρνηση έχει διατάξει να σταλεί όλο το ανδρικό στοιχείο στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, όπου η τύχη τους είναι άγνωστη, ενώ οι Ελληνίδες εξαναγκάζονται να μπουν σε χαρέμια. Μια επιστολή που απευθύνεται σε έναν φίλο μου περιγράφει την τρομερή μοίρα αυτών των γυναικών».
Η φράση αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς δείχνει ότι οι ειδήσεις που έφταναν στην ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης δεν αφορούσαν μόνο τις εκτελέσεις και τις εκτοπίσεις των ανδρών. Στο δημοσίευμα υπάρχει ξεχωριστή αναφορά στην τύχη των γυναικών και των παιδιών.
Ο Κεχαγιάς συνεχίζει: «Διαμαρτυρίες για αυτές τις φρικαλεότητες έχουν σταλεί στην κυβέρνησή μας εδώ, αλλά η απάντηση ήταν ότι, από τη στιγμή που αυτή η κυβέρνηση δεν έχει σχέσεις με την κεμαλική κυβέρνηση, θεωρεί ότι δεν είναι σε θέση να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για τον περιορισμό ή τον τερματισμό των δεινών αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να θαφτούν ζωντανοί από τον πιο βάρβαρο και σκληρό λαό που έζησε ποτέ».
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος Κεχαγιάς, δεν περιορίζεται στην περιγραφή των γεγονότων. Αναφέρεται και στην προσπάθεια των Ελλήνων της Νέας Υόρκης να οργανώσουν δημόσια αντίδραση: «Οι Έλληνες της Νέας Υόρκης, παραμερίζοντας τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, σχεδιάζουν μια μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας, στην οποία θα προσκληθούν να μιλήσουν μέλη του Κογκρέσου και γερουσιαστές».
Και αμέσως μετά εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ελληνικής κοινότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Εμείς οι Έλληνες του Πόντου, ως καλοί Αμερικανοί πολίτες, θα καλέσουμε τα πολιτισμένα έθνη του κόσμου να θέσουν τέλος σε αυτές τις φρικτές σφαγές. Δεν ανήκουμε ούτε στο Κόμμα των Βασιλικών ούτε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, αν και όλοι οι Πόντιοι είναι Φιλελεύθεροι. Εργαζόμαστε ανεξάρτητα και όχι ως πολιτικό κόμμα».
Στη συνέχεια, ο Κεχαγιάς κάνει μια ακόμη πιο προσωπική αναφορά: «Χιλιάδες σκοτώνονται κάθε μέρα, γυναίκες και κορίτσια βιάζονται, παιδιά οδηγούνται στα χαρέμια. Γνωρίζω πολύ καλά την τύχη των Ελλήνων της Ορντού, που είναι η πατρίδα μου».
Η συγκεκριμένη φράση είναι ίσως από τις πιο αποκαλυπτικές του δημοσιεύματος, καθώς ο άνθρωπος που μιλά στην αμερικανική εφημερίδα δεν εμφανίζεται ως ένας απλός παρατηρητής των γεγονότων. Δηλώνει ότι η Ορντού είναι η δική του πατρίδα και συνδέει άμεσα όσα καταγγέλλει με τον τόπο καταγωγής του.
Το δημοσίευμα παραθέτει στη συνέχεια και το περιεχόμενο της επιστολής του Κεντρικού Συμβουλίου του Πόντου. Σύμφωνα με αυτήν, οι εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν με την αιτιολογία ότι τα θύματα ήταν «οι πρωταίτιοι στο ζήτημα της Δημοκρατίας του Πόντου».

Έτσι, η είδηση από την Αμάσεια πέρασε από τον Πόντο στην αμερικανική δημόσια σφαίρα. Τα ονόματα ανθρώπων που είχαν αποτελέσει μέρος της πολιτικής, εκπαιδευτικής, θρησκευτικής και οικονομικής ζωής των ελληνικών κοινοτήτων καταγράφηκαν στις σελίδες μιας από τις σημαντικότερες αμερικανικές εφημερίδες της εποχής.
Η 21η Σεπτεμβρίου 1921 δεν αποτελεί, επομένως, μόνο μια ημερομηνία που συνδέεται με τις εκτελέσεις στην Αμάσεια. Είναι και ένας σταθμός σε μια άλλη ιστορία: στην προσπάθεια των πληροφοριών από τον Πόντο να φτάσουν έξω από τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να καταγραφούν στην Αμερική, στον Τύπο, στα αρχεία και τελικά στο ίδιο το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.

















