Υπάρχουν ορισμένα ονόματα που έχουν μια μαγεία όταν τα ακούς. Ασχέτως αν είναι αληθινά ή ψευδώνυμα. Για παράδειγμα η Καίτη Μπελίντα. Ακούς το όνομα και αμέσως ταξιδεύεις με το μυαλό σου. Το ελληνικό μικρό όνομα στο χαϊδευτικό του και δίπλα το Μπελίντα που ακούγεται και ελληνικό και εξωτικό. Φυσικά ό,τι όνομα και να έχει κάποια, όπως και να φαντάζει αν δεν έχει από πίσω ταλέντο και ιστορία, καταλήγει απλά ένα όνομα.
Η Μπελίντα ήταν μια σπουδαία φωνή και στο θέατρο υπήρξε αυτό που λέγανε οι παλιοί ηθοποιοί, γυναίκα που «έκαιγε το σανίδι».
Βγήκε στον χώρο από σπόντα και συνδέθηκε με τους άντρες της ζωής της. Αυτό μπορεί και να της έκανε κακό, γιατί σε ένα χώρο που παίζει πολύ η ζήλεια και ο φθόνος, για πολλούς η Μπελίντα ήταν η σύζυγος και ευνοούμενη του επιχειρηματία. Κάτι πολύ άδικο για αυτήν καθώς στην πορεία έδειξε ότι η επιτυχία δεν της χαρίστηκε, ούτε «εξαγοράστηκε». Απλά το είδος που εκπροσώπησε, αυτό του μουσικού θεάτρου που δημιουργήθηκε στα τέλη του ’40 και τη δεκαετία του ’50, δεν ανανεώθηκε. Υπήρξαν όμως και οι τραγουδιστικές της επιτυχίες που την κράτησαν ενεργή.

Ας βάλουμε λοιπόν λίγο vintage λάμψη, με μια γυναίκα που γεννήθηκε με μια μοναδική φωνή και μαγεία επί σκηνής και ας περιπλανηθούμε στις ιστορίες και τις επιτυχίες της ζωής της.
Γιατί και το φινάλε της είχε κάτι το μοναδικό, μέσα στην πίκρα και το άδικο της απώλειας σε νεαρή ηλικία.
Αηδόνι εν αγνοία της
Η Σπεράντζα Βρανά που υπήρξε φίλη της, αν και θεατρικά είχαν συγκρουστεί πολλές φορές, έλεγε πως η Μπελίντα ήταν ίσως η μοναδική της γενιάς της, που δεν έκρυβε την ηλικία της. Γεννήθηκε το 1923 στο Άργος, αλλά όχι ως Μπελίντα, αλλά ως Αικατερινη Πολιτοπουλου. Και όπως κάθε άνθρωπος που βίωσε εκείνα τα ταραγμένα χρόνια και την κατοχή, οι καλλιτεχνικές τάσεις πνίγονταν γιατί αυτό που κυριαρχούσε ήταν το κυνήγι για τον επιούσιο. Για τις γυναίκες συχνά συνδεόταν μ’ έναν καλό γάμο και σίγουρα όχι με το να γίνουν «θεατρίνες» –κάτι που τότε ισοδυναμούσε με δημόσια ντροπή. Άλλα χρόνια, άλλες εποχές.
Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο σπουδαίος συνθέτης Γιάννης Βέλλας ή αλλιώς ο «Μαλτέζος» όπως τον αποκαλούσαν λόγω ριζών από την Μάλτα. Ο γάμος τους έγινε μέσα στην κατοχή και το ζευγάρι ζούσε τότε στην Καλλιθέα. Μια περιοχή που η μετέπειτα τραγουδίστρια, αγάπησε αλλά και οι Καλλιθεώτες την τίμησαν δεόντως.
Ο Βέλλας δούλευε, η Καίτη ήταν στο σπίτι και ασχολούνταν με τα οικιακά. Όμως λόγω της δουλειάς του Βέλλα πολλοί τραγουδιστές περνούσαν το κατώφλι του σπιτιού τους για να κάνουν πρόβες. Ένας από αυτούς ήταν ο Τόνυς Μαρούδας που την ώρα που έκανε πρόβα, άκουγε την οικοδέσποινα να τραγουδάει. Μαγεύεται και ξεκινάει να την πείσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Εκείνη δεν είχε πρόβλημα, ο σύζυγος όμως ήταν αρχικά αντίθετος. Όμως τελικά πείστηκε.
Στην πρώτη της δισκογραφική παρουσία κάνει δεύτερη φωνή στον Μαρούδα στο τραγούδι «Ήταν όνειρο η αγάπη μας» του Μιχάλη Σουγιούλ, που το ηχογράφησαν το 1948. Στην ετικέτα αναγραφόταν ως Καίτη Βέλλα. Στην πορεία παράλληλα ξεκινάει μαθήματα φωνητικής στην Καλλιθέα και τα πρώτα δειλά βήματα ως τραγουδίστρια. Το Καίτη Βέλλα, γίνεται Καίτη Βελλίντα. Το όποιο δεν μακροημέρευσε γιατί κάπου εκεί χώρισε με τον Βέλλα.

Μπελίντα… σκέτο
Το 1951 κάνει το ντεμπούτο της στο θεατρικό σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο Ακροπόλ. Ο χώρος που το μουσικό θέατρο και ειδικότερα η επιθεώρηση, έγραψε χρυσές σελίδες. Η Καίτη Μπελίντα πλέον εμφανίζεται στις επιθεωρήσεις Γαλανός ουρανός και Σκάνδαλα γυναικών. Στο συγκεκριμένο θέατρο βρέθηκε για να αντικαταστήσει την Κούλα Νικολαϊδου και ύστερα από προτροπή του τραγουδιστή Κώστα Μανιαδάκη. Με τον τελευταίο είχαν σχέση μέχρι τη στιγμή που προκύπτει η γνωριμία και ο έρωτας με τον θεατρικό επιχειρηματία Βασίλη Μπουρνέλη. Ο άνθρωπος που εκείνη την περίοδο ανέβαζε και κατέβαζε ονόματα. Και ως τέτοιος κάνει ότι μπορεί να επιβάλει την Καίτη που πλέον ο κόσμος την αποκαλεί και την λατρεύει ως Μπελίντα. Και την επιβάλει αλλά όπως αποδείχτηκε ήταν η ίδια μεγάλο αστέρι από μόνη της και μάλλον κακό της έκανε η… προώθηση του καλού της.
Τα κουτσομπολιά της εποχής θέλουν τον Μπουρνέλη –που ήταν πολύ σκληρός στις συνεργασίες του– να κάνει ότι ήθελε εκείνη. Η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της Τα μπουλούκια, το θέατρο κι εγώ, τονίζει ότι στην προσωπική της ζωή η Καίτη Μπελίντα ήταν αρνάκι, έκτακτη φίλη. Στα ζητήματα της δουλειάς όμως είχε σιδερένια θέληση και επέβαλλε, αυτό που ήθελε. Τρανό παράδειγμα της δύναμης της ήταν ότι στο φινάλε και την υπόκλιση των επιθεωρήσεων ακουγόταν από τα μεγάφωνα «Κυρίες και κύριοι, ο θίασος του Ακροπόλ και η κυρία Μπελίντα». Και ας ήταν στον θίασο σπουδαία ονόματα με μεγαλύτερη πορεία στον χώρο.

Το 1952 παιζόταν ένα μεγάλο στοίχημα. Ήταν η χρονιά που επέστρεψε στην Ελλάδα, ύστερα από μια 5ετή τουρνέ στο εξωτερικό, η Ρένα Βλαχοπούλου. Και φυσικά ήθελε να αναθερμάνει το κοινό της. Ήταν στην επιθεώρηση Η βασίλισσα της νύχτας και αρχικά κάνει σεγόντα στην Μπελίντα. Το στοίχημα ήταν πως μπορούσαν να συνυπάρξουν δυο γυναίκες με τσαμπουκά αλλά και ταπεραμέντο. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που προέβλεπαν σύγκρουση. Όμως το αποτέλεσμα έκανε όλους να τρίβουν τα μάτια τους και οι δυο γυναίκες έγιναν πολύ καλές φίλες ως το τέλος της Μπελίντας.

Και η συνεργασία τους συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια στο ίδιο θέατρο με την προσθήκη της Βρανά. Οι τρεις γυναίκες γράφουν ιστορία και αλλάζουν τη σελίδα της επιθεώρησης. Γιατί στην πορεία και οι δυο έχουν εξελιχτεί σε θαυμάσιες νουμερίστες. Και εκεί τα είχαν χωρισμένα: Η Ρένα είχε τους κωμικούς μονολόγους, η Μπελίντα τους δραματικούς.
Για τη δεύτερη η δεκαετία του ’50 ήταν η μεγάλη της αποθέωση. Έπαιξε και σε 4 ταινίες, με πιο γνωστή το Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας (που προβάλεται αρκετά συχνά από την τηλεόραση. Εκεί υποδύεται την φίλη του Βασίλη Αυλωνίτη).
Ναι ο θεατρικός επιχειρηματίας ήταν ο σύντροφός της. Αλλά από ένα σημείο και μετά η Μπελίντα δεν χρειαζόταν την προώθηση κανενός. Και υπήρξαν και φορές που η ίδια έκανε ενέργειες ανεξαρτησίας από τον Μπουρνέλη. Όπως όταν τραγούδησε δίπλα στον Βασίλη Τσιτσάνη και την Σεβάς Χανούμ. Και η θαυμάσια φωνή της, υπηρετούσε το ελαφρύ τραγούδι, κάποιοι συνθέτες της έδωσαν και άλλου είδους τραγούδια, όπως τα αρχοντορεμπέτικα, που και εκεί έγραψε ιστορία.

Η ιστορική πρωτιά
Η δεκαετία του ’60 βρίσκει την Μπελίντα στις μεγάλες της δόξες. Αν και το 1961 συμπράττει ξανά με την Βλαχοπούλου σε μια εντελώς γυναικεία επιθεώρηση, με τίτλο Της φυλακής τα σίδερα που όμως ήταν εισπρακτική αποτυχία.

Το 1962 όμως η Μπελίντα πετυχαίνει μια ιστορική πρωτιά: Γίνεται η πρώτη νικήτρια του νεοσύστατου τότε φεστιβάλ τραγουδιού. Ναι αυτό που έλαμψε στη Θεσσαλονίκη, αλλά τα πρώτα χρόνια γινόταν στην Αθήνα. Και το τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη «Αλυσίδες» με ερμηνεύτρια την Μπελίντα είναι το πρώτο που κερδίζει το βραβείο του διαγωνισμού.
Και τα καλά δεν σταματάνε εδώ. Eκτός από το θέατρο εμφανιζόταν και σε κέντρα. Και το 1962, την βρίσκει στο ιστορικό μαγαζί της Πλάκας «Η παλιά Αθήνα». Με μαέστρο τον Γιώργο Μουζάκη. Ήταν τότε που έπεισε τον Γιάννη Βογιατζή να αλλάξει ρόλο και από τραγουδιστής ορχήστρας να γίνει τραγουδιστής πίστας. Στο σχήμα του κέντρου ανήκαν ακόμα η Άντζελα Ζήλεια, το χορευτικό ζευγάρι Γιάννη Φλερύ – Λίντα Άλμα και ο Βάσος Σεϊτανίδης, σύζυγος της Σμάρως Στεφανίδου.

Εκείνο τον καιρό, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση για ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζε στις φωνητικές της χορδές. Όταν όμως ανάρρωσε, την κάλεσε η Μπελίντα να συμμετάσχει στο πρόγραμμα της «Παλιάς Αθήνας» και έτσι από την 1η Δεκεμβρίου έγραφαν οι διαφημίσεις: «Σε λίγες μέρες η μόνη που λείπει στους εκλεκτούς του Αθηναϊκού κοινού, Ρένα Βλαχοπούλου». Έτσι, από τις 22 Δεκεμβρίου και ως το τέλος της σεζόν, τραγουδούσε μαζί με την καλή της φίλη.

Έχοντας τελειώσει η σχέση της με τον Μπουρνέλη, είναι πλέον μια γυναίκα που ορίζει τη μοίρα της. Και το ταλέντο και η αγάπη του κόσμου, την φέρνουν ξανά στο θέατρο Ακροπόλ. Μαζί με την Βλαχοπούλου. Και τότε μπαίνει ξανά ο Μπουρνέλης και τους στήνει την φαντασμαγορική επιθεώρηση «Γυναίκες και λουλούδια», το καλοκαίρι του 1964 μαζί με την Σπεράντζα, αλλά και τον Χρήστο Ευθυμίου και τον Γιάννη Γκιωνάκη. Και σκίζουν. Ήταν δε τέτοια η επιτυχία που το συγκεκριμένο έργο, με διάφορες προσθαφαιρέσεις έφτασε μέχρι το καλοκαίρι του 1966. Και ο Μπουρνέλης το είχε και τον χειμώνα στο Ακροπόλ. Και από κοντά οι ηχογραφήσεις και η πίστα. Αυτή τη φορά στου «Μοστρού» που ήταν η τελευταία συνεργασία με την Ρένα Βλαχοπούλου.
Το δικό της φινάλε
Όμως, όπως και η ζωή, έτσι και το τραγούδι και το θέατρο αλλάζουν. Το λαϊκό τραγούδι εμφανίζεται και κυριαρχεί. Η Μπελίντα συνεχίζει να τραγουδάει και να παίζει αλλά σε μικρότερης εμβέλειας θέατρα. Και γύρω στο 1970 αποφασίζει να φύγει από τον χώρο. Και το «φεύγω» ήταν φεύγω. Τουλάχιστον για μια 6ετία.

Το 1976, που έχει λίγο καταλαγιάσει ο «ήχος της μεταπολίτευσης», ξεκινάει ένας ρετρό κύκλος. Και μέσα σε αυτό, ο Γιώργος Παπαστεφάνου την καλεί στην εκπομπή του στην ΕΡΤ «Μουσική βραδιά» . Εκεί σε μια ιστορική στιγμή, που ευτυχώς έχει σωθεί, ενώνονται το παρελθόν με το παρόν. Η Καίτη Μπελίντα τραγουδάει το «Μονοπάτι» που έχει ερμηνεύσει πρώτη, μαζί με τον Γιάννη Πάριο και στο πιάνο τους συνοδεύει ο Λυκούργος Μαρκέας.
Και τότε, το καλοκαίρι του 1976 την περιμένει ένας άλλος Γιώργος. Ο Λαζαρίδης που της κάνει πρόταση για να επιστρέψει στο είδος που δόξασε, την επιθεώρηση. Αυτή την φορά στο Δελφινάριο όπου ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Σταύρος Παράβας ηγούνται του θιάσου που παρουσιάζει την επιθεώρηση Πολύ ωραίο στυλ, βεβαίως, βεβαίως (ήταν ο τίτλος από ένα σουξέ της εποχής). Μπορεί πλέον να μην εμφανίζεται με ανθοστόλιστη κούνια όπως έκανε στα χρόνια του «Ακροπόλ», αλλά δείχνει την μεγάλη κλάση της σπουδαίας θεατρίνας.

Στα άμεσα σχέδια της ήταν ένα νέο άλμπουμ με μουσική Δώρου Γεωργιάδη και στίχους Σώτιας Τσώτου. Μόνο που η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει καθώς νοσεί από καρκίνο. Ξεκινάνε οι θεραπείες που όμως δεν αποδίδουν και ο Σεπτέμβριος του 1978 την βρίσκει κλινήρη σε νοσοκομείο. Σε συνέντευξή της που δημοσιεύτηκε, λίγες μέρες πριν από τον θάνατό της, έλεγε πόσο ήθελε να ολοκληρώσει το άλμπουμ που είχε ξεκινήσει να ηχογραφεί.
Μια μέρα σαν την σημερινή ξεκινούσε το 17ο φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Και επειδή ήταν η πρώτη νικήτρια επρόκειτο να την τιμήσουν. Όπως έγραψαν, η ίδια κολλημένη στο ραδιοφωνάκι, που είχε στον θάλαμο, περίμενε να ακούσει την αναγγελία της βράβευσης της.
Με το που το άκουσε «η Καίτη Μπελίντα ψέλλισε “ευχαριστώ” και… έσβησε, με ένα μειδίαμα στο γαληνεμένο της πρόσωπο».
Αυτή ήταν η σύντομη ζωή, μιας σπουδαίας γυναίκας. Ενός αηδονιού που σίγησε νωρίς. Όχι όμως ξεχασμένη. Γιατί η ίδια έγραψε ιστορία και αγαπήθηκε. Και αυτό φάνηκε και στην κηδεία της, που την ώρα της ταφής, οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν την επιτυχία της «Κόσμος πάει κι έρχεται». Αλλά δυστυχώς έλειπε εκείνη να ανέβει πάνω στην σκηνή και για άλλη μια φορά να την «κάψει».
Σπύρος Δευτεραίος

















