Κοντούλης, με λίγα παραπανίσια κιλά και ένα καλοκάγαθο πρόσωπο. Αυτή είναι η εικόνα του Χρήστου Ευθυμίου που έχει περάσει στο κοινό – αλλά και στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Και παρόλο που για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ερμήνευσε σπουδαίους ρόλους στο σανίδι, χρειάστηκε ένας ρόλος στον κινηματογράφο για να του εξασφαλίσει την αιωνιότητα.
Και όμως αυτός ο ρόλος, στο Ένας βλάκας και μισός, ήρθε στα χέρια του από την άρνηση ενός άλλου σπουδαίου ηθοποιού.
Και δεν ήταν το μόνο «μυθιστορηματικό» που έζησε ο Ευθυμίου. Ειδικά τα νεανικά του χρόνια θα μπορούσαν να είναι ξεχωριστό σενάριο, καθώς τα είχαν όλα – μέχρι και τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ο δρόμος για τη Μικρασία
Στην αυγή του 20ού αιώνα, δηλαδή το 1900, ήρθε στη ζωή ο Χρήστος Ευθυμίου. Γεννήθηκε σαν σήμερα, 3 Αυγούστου, στο Κωσταλέξι της Φθιώτιδας. Εκεί ο πατέρας του είχε το καφενείο, όπου συχνά έστηναν παραστάσεις τα μπουλούκια της εποχής.
Μάλιστα, άρεσε τόσο πολύ στον πατέρα του ο κόσμος του θεάτρου, που πολλές φορές έπαιζε και ο ίδιος. Και στον μικρό Χρήστο άρεσε, αλλά μεγαλώνοντας είχε και επίγνωση της κατάστασης. Δηλαδή, φτώχεια. Και σαν καλός μαθητής που ήταν, πήρε την απόφαση να σπουδάσει νομικά.
Όπως και έγινε – ή μάλλον, ξεκίνησε να γίνεται, γιατί τον Μάιο του 1919, σε ηλικία 19 ετών, στρατεύεται. Και όχι όπου και όπου, αλλά στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Συγκεκριμένα, ήταν από τους πρώτους Έλληνες στρατιώτες που πάτησαν στη Σμύρνη, ενώ για τη δράση του και τα ανδραγαθήματά του τιμήθηκε με μετάλλιο Ανδρείας!

Τελειώνοντας τη περιπετειώδη και ηρωική θητεία του, κατεβαίνει στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Και κατάφερε να τις τελειώσει, ενώ παράλληλα είχε διοριστεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η ζωή του φαινόταν στρωμένη και ήρεμη, και αν μη τι άλλο σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από αυτήν που είχε πίσω του. Όμως, δεν του έφτανε αυτή η ηρεμία!
Τα πρώτα βήματα
Ενθυμούμενος την παιδική του αγάπη, το θέατρο, γράφεται από τους πρώτους στη νεοσύστατη τότε Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου – χωρίς να εγκαταλείψει την εργασία του ως νομικός.
Πολλά χρόνια αργότερα, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του, είχε εξομολογηθεί πως ο διευθυντής της σχολής –χωρίς να τον κατονομάσει– του είχε πει: «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι κάνεις εσύ για Οιδίποδας ή για Σαίξπηρ; Κοίτα τη φάτσα σου και πες μου».
Δειλά-δειλά ξεκινάει να εργάζεται στο θέατρο, από πολύ χαμηλά. Συγκεκριμένα, η πρώτη του δουλειά ήταν υποβολέας.
Ο ίδιος έλεγε ότι η πρώτη φορά που ανέβηκε στη σκηνή σαν ηθοποιός ήταν το 1929 στο θίασο Κυβέλης, και λίγο αργότερα στη Λυρική Σκηνή.
Πάντως με την Κυβέλη είχε και δεύτερη καλή συγκυρία, πολλά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1955. Αυτή την φορά στον κινηματογράφο. Αν και είχε παίξει νωρίτερα, και συγκεκριμένα τη δεκαετία του ’30, σε δύο χαμένες σήμερα ταινίες (Δεσποινίς δικηγόρος και Σας ζητούν στο τηλέφωνο), η κινηματογραφική αναγνώριση έγινε σε ταινία με πρωταγωνίστρια την Κυβέλη.
Φυσικά μιλάμε για την Άγνωστο, όπου μαζί με τον Μίμη Φωτόπουλο υποδύθηκαν δύο μικροαπατεώνες. Όμως τότε ήταν ήδη και όνομα στο θέατρο και θιασάρχης.

Το δεύτερο παράσημο
Βρισκόμαστε στο 1931, όπου ο Χρήστος Ευθυμίου εντάσσεται στο δυναμικό του Βασιλικού Θεάτρου (νυν Εθνικό Θέατρο), στο οποίο παρέμεινε έως το 1955 και αναδείχθηκε ένας εκ των πρωταγωνιστών του.
Έπαιξε κυρίως σαν κωμικός, σε πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα. Και παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις του διευθυντή της δραματικής σχολής όπου φοίτησε, έπαιξε και Σαίξπηρ. Εκεί όμως που έγραψε ιστορία ήταν στα έργα του Μολιέρου.
Ήταν δε τόσο καλός που το 1952 παρασημοφορήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση για την εξαίρετη ερμηνεία των έργων του μεγάλου Γάλλου θεατρικού συγγραφέα.
Την ίδια χρονιά τιμήθηκε και από τον βασιλιά Παύλο, με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Α’.

Από τις δημιουργίες του που άφησαν εποχή ήταν η συμμετοχή του στη ραδιοφωνική παρουσίαση της κωμωδίας Μαντάμ Σουσού, το 1958. Με συμπρωταγωνίστρια τη Γεωργία Βασιλειάδου, κρατούσε συντροφιά στους ακροατές, οι οποίοι καθηλώνονταν στους δέκτες τους για να απολαύσουν τη σειρά που παρουσιαζόταν σε συνέχειες, κάθε Σάββατο στις 22:15.
Λίγο αργότερα απέκτησε και δική του αυτόνομη ραδιοφωνική εκπομπή. Ήταν ένα πεντάλεπτο κατά το οποίο σατίριζε ό,τι συνέβαινε γύρω του – η ατάκα του «Αχ, τι τραβάω» είχε γίνει σλόγκαν.

Φάκελος «Λογοθετίδης»
Το 1957 πρωταγωνιστεί στην ταινία του Νίκου Τσιφόρου Ο γυναικάς. Υποδύεται τον γλεντζέ βιομήχανο που μπλέκει σε ερωτοδουλειές. Στην ταινία ακούγεται και ένα τραγούδι που «χτίστηκε» από τον Τσιφόρο και τον Μιχάλη Σουγιούλ πάνω στον Χρήστο Ευθυμίου.
Είναι το αξέχαστο «Αλλά μ’ αρέσει» που τραγούδησε η Μπέμπα Κυριακίδου, δεύτερη σύζυγος του Μανώλη Χιώτη.
Και φτάνουμε στο Ένας βλάκας και μισός. Το έργο του Δημήτρη Ψαθά είχε γίνει θεατρική επιτυχία με τον Βασίλη Λογοθετίδη. Όταν όμως έφτασε η ώρα να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, ο μεγάλος ηθοποιός δεν μπορούσε να το κάνει, κυρίως για λόγους υγείας.
Έτσι, η αρκετά ικανοποιητική πορεία του Γυναικά στο σινεμά έκανε τους παραγωγούς να στραφούν στον Χρήστο Ευθυμίου. Και δικαιώθηκαν – και εκείνος πλέον στα 59 του έγινε και κινηματογραφικός αστέρας.
Η επιτυχία του ήταν σαρωτική – σε βαθμό που τα επόμενα χρόνια που ανέβηκε το έργο ξανά στο θέατρο, πολλοί «πάτησαν» πάνω στην ερμηνεία του.
Λίγους μήνες αργότερα είχαμε τον αιφνίδιο θάνατο του Λογοθετίδη. Βρισκόμαστε στο 1960, και συγκεκριμένα στα τέλη Φεβρουαρίου. Το θίασο αναλαμβάνει ο Ευθυμίου και ανάμεσα στα έργα που ανέβασε μέχρι το 1962 ήταν και το Δεσποινίς ετών 39, τη θεατρική και κινηματογραφική επιτυχία του Λογοθετίδη.

«Σε δεκαπέντε ημέρες θα είμαι περδίκι…»
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η τελευταία χρονιά που έπαιξε στο θέατρο ήταν το 1965. Είχε ανεβάσει τον Ταρτούφο του Μολιέρου και τον Επιθεωρητή του Γκόγκολ.
Εκτός από τις θεατρικές, κινηματογραφικές και ραδιοφωνικές επιτυχίες, ο Χρήστος Ευθυμίου ήταν πολύ αγαπητός και στην αθηναϊκή κοινωνία.
Λέγεται ότι ήταν και «μαγνήτης» για το κοινό. Κλασική έχει μείνει η διάλεξη που δόθηκε το 1956 στο Σύλλογο «Παρνασσός» με θέμα «Η θέα του κόσμου από τον βράχον της Αθήνας», μαζί με την Αλέκα Κατσέλη. Απίστευτος συνδυασμός.

Ο Χρήστος Ευθυμίου δεν έδινε και πολύ σημασία στην υγεία του, όπως αποδείχθηκε. Τον Απρίλιο του 1971 αισθάνθηκε κάποια δυσφορία και έκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο. Ο ίδιος το διασκέδαζε ακόμα και στο κρεβάτι.
«Δεν είναι τίποτα… Σε δεκαπέντε ημέρες θα είμαι περδίκι…», έλεγε στους δικούς του ανθρώπους. Μόνο που αυτό δεν συνέβη. «Έφυγε» στις 4 Μαϊου 1971, έχοντας κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό συναδέλφων και του κόσμου. Και όχι άδικα.
Σπύρος Δευτεραίος

















