Μόλις έναν χρόνο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, άνθρωποι που είχαν γλιτώσει από τον πόλεμο, τις σφαγές και τον ξεριζωμό βρέθηκαν ξανά κάτω από τα πυρά των κανονιών.
Ήταν 31 Αυγούστου 1923, όταν ο ιταλικός στόλος βομβάρδισε την Κέρκυρα και στρατεύματα του Μπενίτο Μουσολίνι κατέλαβαν το νησί. Τα πυρά έπληξαν, μεταξύ άλλων, το Παλαιό και το Νέο Φρούριο, όπου είχαν στεγαστεί χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες και εκατοντάδες ορφανά ελληνικής και αρμενικής καταγωγής.
Ο απολογισμός ήταν βαρύς: 15 άμαχοι νεκροί και περίπου 35 τραυματίες, σύμφωνα με τις ελληνικές καταγραφές. Οι περισσότεροι από τους νεκρούς ήταν πρόσφυγες και παιδιά.

Η δολοφονία που έγινε πρόσχημα
Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, στις 27 Αυγούστου, ο Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελίνι, επικεφαλής της επιτροπής που είχε αναλάβει τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων, και τέσσερα μέλη της αποστολής του δολοφονήθηκαν κοντά στην Κακαβιά, μέσα στο ελληνικό έδαφος.
Οι δράστες δεν εντοπίστηκαν και η ταυτότητά τους δεν εξακριβώθηκε ποτέ.
Εντούτοις ο Μουσολίνι απέδωσε αμέσως την ευθύνη στην Ελλάδα και αξιοποίησε τη δολοφονία για να επιβάλει ένα εξαιρετικά σκληρό τελεσίγραφο.
Η Ιταλία απαιτούσε, μεταξύ άλλων, επίσημη συγγνώμη, στρατιωτικές τιμές για τα θύματα, συμμετοχή Ιταλού αξιωματικού στις έρευνες, εκτέλεση των δραστών και αποζημίωση 50 εκατομμυρίων λιρετών. Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε ορισμένους από τους όρους, απέρριψε όμως εκείνους που θεωρούσε ότι παραβίαζαν την εθνική κυριαρχία.
Ο Μουσολίνι είχε ήδη αποφασίσει να απαντήσει με τα όπλα.
Τα κανόνια σημάδεψαν τα καταφύγια των προσφύγων
Το μεσημέρι της 31ης Αυγούστου ισχυρή μοίρα του ιταλικού στόλου αγκυροβόλησε ανάμεσα στο λιμάνι της Κέρκυρας και τη νησίδα Βίδο. Υδροπλάνα πετούσαν πάνω από την πόλη, ενώ στον νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο επιδόθηκε η απαίτηση για παράδοση του νησιού.
Η φρουρά της Κέρκυρας αριθμούσε μόλις περίπου 150 άνδρες. Παράλληλα, το νησί τελούσε υπό καθεστώς ουδετερότητας και τα φρούριά του ήταν ουσιαστικά αποστρατιωτικοποιημένα.
Λίγο μετά τις 17:00, τα ιταλικά πολεμικά πλοία άνοιξαν πυρ.
Οι οβίδες έπληξαν το Παλαιό Φρούριο, το Νέο Φρούριο και σημεία γύρω από την πόλη. Δεν χτύπησαν, όμως, μια ισχυρή στρατιωτική εγκατάσταση. Χτύπησαν χώρους στους οποίους είχαν στοιβαχτεί πρόσφυγες.

Από τα τέλη του 1922 η Κέρκυρα είχε εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο υποδοχής των ξεριζωμένων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δημόσια κτήρια, στρατώνες, σχολεία, εκκλησίες και αποθήκες είχαν μετατραπεί σε πρόχειρους χώρους στέγασης.
Ο κύριος όγκος των προσφύγων είχε εγκατασταθεί στο Παλαιό Φρούριο.
Μόνο στο ναό του Αγίου Γεωργίου είχαν στεγαστεί περίπου 600 άνθρωποι, ενώ στο φρούριο βρίσκονταν και εκατοντάδες ορφανά ελληνικής και αρμενικής καταγωγής.

Η οβίδα που μπήκε από το παράθυρο
Μια οικογενειακή μαρτυρία, η οποία διασώζεται στο ψηφιακό αρχείο της έκθεσης «Από την Ιωνία στο Ιόνιο», αποτυπώνει τη φρίκη εκείνων των λεπτών.
Η γιαγιά του Ιωάννη Καλαϊτζόγλου, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, βρισκόταν σε δωμάτιο του φρουρίου μαζί με τη μικρή κόρη της. Όταν άρχισε ο βομβαρδισμός, ανέβηκε σε ένα σκαμνί για να ανάψει το καντήλι της Παναγίας.
Μια οβίδα πέρασε από το ανοιχτό παράθυρο και την αποκεφάλισε, «μπροστά στα ματάκια της μανούλας μου», όπως κατέθεσε χρόνια αργότερα ο απόγονός της.
Οι πρόσφυγες που είχαν επιζήσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησαν, μέσα στο υποτιθέμενο καταφύγιό τους, ακόμη μία στρατιωτική επίθεση.
Η κατάληψη της Κέρκυρας
Μετά τον σύντομο βομβαρδισμό, χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο νησί. Τα φρούρια καταλήφθηκαν, ο νομάρχης και άλλοι Έλληνες αξιωματούχοι συνελήφθησαν και η Κέρκυρα τέθηκε υπό ιταλική κατοχή.

Οι κάτοικοι αντέδρασαν με μια ιδιότυπη παθητική αντίσταση. Καταστήματα έκλεισαν, οι μουσικές εκδηλώσεις σταμάτησαν και οι Κερκυραίοι απέφευγαν τις συναλλαγές και την κοινωνική επαφή με τις δυνάμεις κατοχής.
Όταν ιταλική στρατιωτική μπάντα εμφανίστηκε στη Σπιανάδα για να παίξει μουσική, οι Κερκυραίοι εγκατέλειψαν επιδεικτικά την πλατεία, αφήνοντας σχεδόν αποκλειστικά Ιταλούς στρατιώτες στο ακροατήριο.
Η πρώτη νίκη του Μουσολίνι απέναντι στη διεθνή νομιμότητα
Η Ελλάδα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών. Η κρίση της Κέρκυρας μετατράπηκε έτσι σε μία από τις πρώτες μεγάλες δοκιμασίες του οργανισμού που είχε δημιουργηθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών.
Η δοκιμασία κατέληξε σε αποτυχία.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε τελικά στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών και η Ελλάδα υποχρεώθηκε να καταβάλει την αποζημίωση. Τα ιταλικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Κέρκυρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, όμως ο Μουσολίνι είχε ήδη πετύχει μια σημαντική πολιτική και προπαγανδιστική νίκη.
Η κατάληψη της Κέρκυρας υπήρξε μία από τις πρώτες επιδείξεις της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος. Απέδειξε συγχρόνως πόσο ανίσχυροι μπορούσαν να αποδειχθούν οι διεθνείς θεσμοί όταν μια μεγάλη δύναμη αποφάσιζε να επιβάλει τη θέλησή της σε μια μικρότερη χώρα.
Για τους πρόσφυγες του Παλαιού Φρουρίου, όμως, οι υψηλοί διπλωματικοί συσχετισμοί είχαν μια πολύ πιο σκληρή και άμεση σημασία: έναν χρόνο μετά τον ξεριζωμό τους, τα κανόνια του πολέμου τούς είχαν βρει ξανά.
| ΔΕΙΤΕ |

















