Είναι ορισμένες ημερομηνίες που στη στρατιωτική Ιστορία δεν συνοδεύονται από μια μεγάλη μάχη ή μια θεαματική νίκη, αλλά αποδεικνύονται καθοριστικές για την πορεία της Ιστορίας. Για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, μία από αυτές είναι η 15η Ιουλίου 1921.
Εκείνη την ημέρα πραγματοποιήθηκε το κρίσιμο πολεμικό συμβούλιο της ελληνικής ηγεσίας, κατά το οποίο ελήφθη η απόφαση να συνεχιστεί η προέλαση προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, με τελικό στόχο την Άγκυρα και τη συντριβή του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ.
Για πολλούς ιστορικούς, ήταν η στιγμή που ξεκίνησε να πέφτει το πρώτο ντόμινο μιας αλυσίδας γεγονότων που, έναν χρόνο αργότερα, θα οδηγούσε στη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η ελληνική στρατιά βρισκόταν τότε στο απόγειο της στρατιωτικής της ισχύος. Η θερινή επίθεση του 1921 είχε αποφέρει σημαντικές επιτυχίες και οι ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει την Κιουτάχεια και το Εσκί Σεχίρ, αναγκάζοντας τις κεμαλικές δυνάμεις να υποχωρήσουν ανατολικά.

Το ερώτημα που κυριαρχούσε ήταν κρίσιμο: έπρεπε η Ελλάδα να σταματήσει εκεί, να οργανώσει την άμυνά της και να εδραιώσει τα μέχρι τότε κέρδη ή να επιχειρήσει το αποφασιστικό χτύπημα, καταδιώκοντας τον αντίπαλο μέχρι την καρδιά της Ανατολίας;
Στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε στην Κιουτάχεια συμμετείχαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας και η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί για το μήκος των γραμμών ανεφοδιασμού, τις δυσκολίες του εδάφους και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του στρατού, επικράτησε η άποψη ότι έπρεπε να συνεχιστεί η προέλαση.
Η απόφαση αυτή άνοιξε το δρόμο για μία από τις δυσκολότερες επιχειρήσεις που ανέλαβε ποτέ ο ελληνικός στρατός. Οι ελληνικές μονάδες προχώρησαν βαθιά στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, διασχίζοντας ακόμη και την άνυδρη Αλμυρά Έρημο, με ολοένα μεγαλύτερη απόσταση από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους. Ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να δοθεί το τελικό πλήγμα στο στρατό του Μουσταφά Κεμάλ προτού εκείνος προλάβει να ανασυνταχθεί.
Η κορύφωση αυτής της επιλογής ήταν η Μάχη του Σαγγάριου, τον Αύγουστο του 1921. Ύστερα από σκληρές συγκρούσεις που κράτησαν σχεδόν τρεις εβδομάδες, ο ελληνικός στρατός δεν κατάφερε να διασπάσει την κεμαλική άμυνα και υποχρεώθηκε να συμπτυχθεί στις προηγούμενες θέσεις του.


Το πολεμικό συμβούλιο της 15ης Ιουλίου παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα επεισόδια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Ήδη από εκείνη τη στιγμή, αλλά ακόμη πιο έντονα τους επόμενους μήνες, άρχισε να διαφαίνεται ότι η επιλογή της προέλασης προς την Άγκυρα ίσως να μην ήταν η ορθή. Η αδυναμία επίτευξης αποφασιστικής νίκης στον Σαγγάριο, σε συνδυασμό με την εξάντληση των δυνάμεων και τη δυσκολία ανεφοδιασμού, οδήγησαν σε μια παρατεταμένη στρατιωτική στασιμότητα. Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώθηκε δραματικά το καλοκαίρι του 1922, όταν από την κεμαλική αντεπίθεση κατέρρευσε το ελληνικό μέτωπο, καταδεικνύοντας εκ των υστέρων τα όρια και τους κινδύνους της απόφασης του 1921.

Το πολεμικό συμβούλιο της 15ης Ιουλίου παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα επεισόδια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Για σημαντικό μέρος της ιστοριογραφίας, η επιλογή της προέλασης προς την Άγκυρα υπήρξε ένα υπερβολικά φιλόδοξο στρατηγικό εγχείρημα, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις κλήθηκαν να επιχειρήσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις βάσεις τους, με περιορισμένες εφεδρείες και ολοένα πιο δύσκολη υποστήριξη.
Άλλοι ιστορικοί ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η ελληνική ηγεσία πίστευε πως εκείνη ήταν η τελευταία ευκαιρία να επιβάλει στρατιωτικά μια οριστική λύση, πριν ο κεμαλικός στρατός ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του.
















