Κάθε εποχή αφήνει πίσω της τα δικά της σύμβολα. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 είχε τις φωτισμένες μαρκίζες των κινηματογράφων, τα θερινά σινεμά με το άρωμα του γιασεμιού, τις ασπρόμαυρες ταινίες που έκαναν το κοινό να γελά, να συγκινείται, να ονειρεύεται.
Ήταν η εποχή που οι ηθοποιοί δεν ήταν απλώς και μόνο δημοφιλείς, αλλά θεωρούνταν μέλη κάθε ελληνικής οικογένειας.
Τα πρόσωπά τους στόλιζαν εξώφυλλα περιοδικών, οι ατάκες τους περνούσαν στην καθημερινή γλώσσα και οι ταινίες τους γίνονταν σημείο αναφοράς για ολόκληρες γενιές. Μέσα σε αυτήν τη χρυσή εποχή αναδείχθηκε και η Άννα Φόνσου. Μια γυναίκα με αφοπλιστική ομορφιά, έντονη προσωπικότητα, και μια παρουσία που ο φακός αγάπησε από την πρώτη στιγμή.

Θα μπορούσε να αρκεστεί σε αυτή τη λάμψη. Να μείνει στη μνήμη του κοινού ως ακόμα μία μεγάλη σταρ του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν το έκανε. Γιατί η ιστορία της δεν κορυφώθηκε όταν βρισκόταν μπροστά στην κάμερα. Κορυφώθηκε πολλά χρόνια αργότερα: Όταν αποφάσιζε να αφιερώσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της σε ανθρώπους που κάποτε χειροκροτούνταν όσο και η ίδια, αλλά στο τέλος βρέθηκαν μόνοι. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά της από πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς της.
Η Άννα Φόνσου δεν φοβήθηκε ποτέ τη δόξα. Αλλά δεν την μπέρδεψε ποτέ με το σκοπό της ζωής.
Όταν γεννήθηκε, στις 6 Ιουλίου 1939, στην Καισαριανή, η Ευρώπη βρισκόταν ήδη στο χείλος του πολέμου. Δύο μήνες αργότερα θα ξεσπούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλάζοντας για πάντα την ιστορία του κόσμου. Η ίδια μεγάλωσε μέσα σε μια Ελλάδα που γνώρισε την Κατοχή, την πείνα, το φόβο, και στη συνέχεια τον Εμφύλιο. Οι παιδικές αναμνήσεις της δεν έχουν καμία σχέση με την εικόνα της λαμπερής πρωταγωνίστριας που θα γνωρίσει αργότερα το κοινό. Η οικογένειά της είχε ρίζες στην Τήνο, όπου πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας. Η ζωή ήταν δύσκολη.

Όπως έχει διηγηθεί, γνώρισε τη φτώχεια από πολύ μικρή ηλικία και χρειάστηκε να εργαστεί ακόμη και όταν ήταν μαθήτρια για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές της. Δεν το έκρυψε ποτέ. Αντίθετα, μιλάει για εκείνα τα χρόνια με μια ειλικρίνεια που φανερώνει ότι οι δυσκολίες δεν τη λύγισαν αλλά την διαμόρφωσαν. Ίσως γι’ αυτό, πολλά χρόνια αργότερα, όταν θα έβλεπε συναδέλφους της να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, να μην μπορούσε να τους γυρίσει την πλάτη. Εκείνη, άλλωστε, γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει να ξεκινά κανείς από το μηδέν.
Ερωτεύτηκε τη σκηνή πριν γνωρίσει τη δόξα
Η υποκριτική δεν υπήρξε μια τυχαία επιλογή. Ήταν ένας δρόμος που ακολούθησε με απόλυτη συνείδηση. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του μεγάλου δασκάλου Δημήτρη Ροντήρη, ενός από τους σημαντικότερους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου, ενώ παράλληλα μαθήτευσε στον χορό δίπλα στη Ραλλού Μάνου και παρακολούθησε μαθήματα τραγουδιού με την Πόπη Πετριόλη. Δεν επένδυσε μόνο στην εξωτερική της εμφάνιση αλλά και στη γνώση, στην πειθαρχία και στη διαρκή καλλιέργεια του ταλέντου της.
Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση έγινε το 1956.
Έναν χρόνο αργότερα πέρασε για πρώτη φορά μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό, συμμετέχοντας στις ταινίες Το παιδί του δρόμου και Ο Φανούρης και το σόι του. Κανείς δεν μπορούσε τότε να προβλέψει ότι η νεαρή ηθοποιός θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του ελληνικού σινεμά. Δεν άργησε όμως να φανεί πως διέθετε κάτι που δεν διδάσκεται. Την ικανότητα να «γεμίζει» την οθόνη.
Μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές του ’60, ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε τη μεγαλύτερη άνθησή του. Η βιομηχανία της Φίνος Φιλμ, που είχε ιδρύσει ο Φιλοποίμην Φίνος, είχε ήδη εξελιχθεί στη σημαντικότερη κινηματογραφική εταιρεία της χώρας, δημιουργώντας ταινίες που καθόρισαν την πολιτιστική ταυτότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Και όμως, υπάρχει μια μικρή ιστορία που αποκαλύπτει πολλά για τον χαρακτήρα της Άννας Φόνσου. Σε πρόσφατη συνέντευξή της αποκάλυψε πως ο ίδιος ο Φιλοποίμην Φίνος τής είχε κάνει κάποτε παρατήρηση επειδή σύχναζε στα μπουζούκια και της είπε ότι δεν θα συνεργαζόταν ποτέ μαζί της. Εκείνη το θυμάται σήμερα με χιούμορ. «Δεν πειράζει, με πήραν άλλοι», έχει πει γελώντας. Η ζωή, άλλωστε, είχε διαφορετικά σχέδια.
Αν και η συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ περιορίστηκε σε δύο ταινίες –Οι αμαρτωλοί και Διακοπές στο Βιετνάμ– η Άννα Φόνσου είχε ήδη καθιερωθεί ως μία από τις πιο δημοφιλείς πρωταγωνίστριες της εποχής, με δεκάδες συμμετοχές σε κινηματογραφικές παραγωγές και μια εξίσου σπουδαία θεατρική πορεία.
Δεν χώρεσε ποτέ σε έναν μόνο ρόλο
Αν η πρώτη περίοδος της ζωής της Άννας Φόνσου ανήκει στη γέννηση ενός κινηματογραφικού προσώπου, η δεύτερη ανήκει στη διαμόρφωση ενός καλλιτεχνικού χαρακτήρα που δεν περιορίστηκε ποτέ από την εικόνα του. Γιατί πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι η Άννα Φόνσου δεν ήταν απλώς μια «ωραία παρουσία» του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής.
Ήταν μια ηθοποιός που ήθελε να δοκιμαστεί παντού. Στο θέατρο, στην πρόζα, στην κωμωδία, στο δράμα, ακόμη και σε πιο απαιτητικές σκηνικές συνθήκες που δεν χαρίζονταν σε κανέναν.
Πολύ πριν το κοινό ταυτίσει το πρόσωπό της με τον κινηματογράφο, η Άννα Φόνσου είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα από το θέατρο. Το θέατρο εκείνης της εποχής δεν ήταν εναλλακτική επιλογή. Ήταν το βασικό πεδίο δοκιμασίας. Εκεί δεν υπήρχαν δεύτερες λήψεις. Ούτε μοντάζ. Ούτε η δυνατότητα να διορθώσεις κάτι εκ των υστέρων. Κάθε παράσταση ήταν μια ζωντανή αναμέτρηση με το κοινό. Και σε αυτό το περιβάλλον, η Άννα Φόνσου έμαθε κάτι που τη συνόδευσε -και συνεχίζει να τη συνοδεύει- σε όλη της τη ζωή: την πειθαρχία της σκηνής, τη συνέπεια. Την ακρίβεια και την ανάγκη να «στέκεσαι» απέναντι στο κοινό χωρίς δικαιολογίες.
Η Ελλάδα των δεκαετιών του ’60 και του ’70 ζούσε ακόμη σε μια εποχή όπου οι μεγάλοι θεατρικοί θίασοι είχαν τεράστια δύναμη. Οι ηθοποιοί ταξίδευαν σε όλη τη χώρα, από μεγάλα αστικά κέντρα μέχρι μικρές επαρχιακές σκηνές. Οι παραστάσεις δεν θεωρούνταν μόνο πολιτιστικά γεγονότα αλλά ήταν κοινωνικά συμβάντα. Σε αυτό το περιβάλλον, η Άννα Φόνσου έμαθε να δουλεύει σκληρά, να προσαρμόζεται και να ανταποκρίνεται σε συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Και κυρίως έμαθε κάτι που αργότερα αποδείχθηκε καθοριστικό: Ότι ο ηθοποιός δεν ανήκει ποτέ μόνο στον εαυτό του. Ανήκει στο κοινό.

Ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα
Ένα από τα στοιχεία που ξεχώρισαν στη διαδρομή της ήταν η ευελιξία της. Δεν εγκλωβίστηκε σε ένα μόνο είδος. Μπορούσε να κινηθεί με άνεση ανάμεσα στη λαϊκή κωμωδία και στο πιο δραματικό ύφος. Αυτό την έκανε ιδιαίτερα χρήσιμη για τους θιάσους και τις παραγωγές της εποχής, αλλά ταυτόχρονα της έδωσε και κάτι πιο ουσιαστικό: καλλιτεχνική αντοχή. Γιατί οι ηθοποιοί που δοκιμάζονται σε διαφορετικά είδη δεν «μένουν» σε μια εικόνα. Μαθαίνουν να επιβιώνουν καλλιτεχνικά. Και αυτή η επιβίωση είναι που τους ακολουθεί σε όλη τους τη ζωή. Μια διαδρομή παράλληλη με τη μεγάλη γενιά του ελληνικού σινεμά. Η πορεία της Άννας Φόνσου δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένα από το σύνολο της γενιάς της. Ήταν η εποχή όπου η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή βρισκόταν στο απόγειό της.

Μια εποχή που ανέδειξε προσωπικότητες όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Βουτσάς και ο Θανάσης Βέγγος. Πρόσωπα που σημάδεψαν την πολιτιστική μνήμη της χώρας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Άννα Φόνσου δεν προσπάθησε να γίνει αντίγραφο κανενός. Διαμόρφωσε μια πιο «γήινη» κινηματογραφική παρουσία. Πιο άμεση. Πιο καθημερινή. Και γι’ αυτό αναγνωρίσιμη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της εικόνας της είναι ότι δεν δημιούργησε ποτέ απόσταση με το κοινό της. Σε αντίθεση με το κλασικό πρότυπο της «άπιαστης σταρ», η Άννα Φόνσου διατήρησε μια πιο ανθρώπινη σχέση με τον κόσμο. Αυτό δεν ήταν στρατηγική. Ήταν ιδιοσυγκρασία. Και αυτή η ιδιοσυγκρασία είναι που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη μετέπειτα πορεία της. Γιατί άνθρωποι που δεν αποκόπτονται από την πραγματικότητα, συνήθως δεν αποκόπτονται ούτε από τις ανάγκες των άλλων.
Το πέρασμα του χρόνου και η αλλαγή εποχής
Όπως συνέβη με όλη τη γενιά του ελληνικού κινηματογράφου, έτσι και για την Άννα Φόνσου ήρθε η στιγμή της αλλαγής. Η κινηματογραφική παραγωγή μειώθηκε, οι συνθήκες μεταβλήθηκαν και σταδιακά το επίκεντρο μετακινήθηκε. Πολλοί ηθοποιοί αυτής της εποχής βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύσκολη μετάβαση. Από τη διαρκή αναγνώριση σε μία… σχετική σιωπή. Και αυτό είναι ένα σημείο που σπάνια αναλύεται επαρκώς. Γιατί η φήμη δεν φθίνει απότομα. Απλώς αλλάζει ένταση. Και μαζί της αλλάζει και η καθημερινότητα των ανθρώπων που τη βίωσαν.

Αυτή τη δεδομένη στιγμή, η εικόνα είναι απλή για έναν επιτυχημένο ηθοποιό. Είναι ένα καμαρίνι που αδειάζει μετά από παράσταση. Ένα παλτό κρεμασμένο πίσω από μια πόρτα. Μια φωνή που σβήνει στο διάδρομο ενός θεάτρου. Και ένας άνθρωπος που μένει λίγο παραπάνω, κοιτάζοντας τον χώρο που μόλις πριν λίγο έσφυζε από ζωή. Η Άννα Φόνσου έχει ζήσει χιλιάδες τέτοιες στιγμές. Όχι ως θεατής, αλλά ως μέλος αυτής της μεγάλης θεατρικής οικογένειας που, για δεκαετίες, έδινε ζωή στη σκηνή της χώρας. Κάπου, λοιπόν, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπές, γεννήθηκε μια σκέψη που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό της.

Οι άνθρωποι πίσω από τους ρόλους
Ο ελληνικός θεατρικός κόσμος είναι πάντα γεμάτος από αντιθέσεις. Λάμψη στη σκηνή, αλλά συχνά δυσκολία στην καθημερινότητα. Επιτυχίες μπροστά στο κοινό, αλλά αβεβαιότητα πίσω από τις κουίντες. Ηθοποιοί που έγιναν αγαπητοί σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά δεν κατάφεραν πάντα να εξασφαλίσουν μια ήρεμη και αξιοπρεπή ζωή όταν τα χρόνια πέρασαν. Η Άννα Φόνσου δεν το έμαθε αυτό από αφηγήσεις. Το είδε. Το έζησε. Το άκουσε σε συζητήσεις στα καμαρίνια, σε περιοδείες, σε διαλείμματα προβών. Και κυρίως το είδε να επαναλαμβάνεται. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως μοτίβο. Η ιδέα του Σπιτιού του Ηθοποιού, λοιπόν, δεν προέκυψε ως μια οργανωμένη «σύλληψη έργου». Δεν ήταν ένα σχέδιο γραμμένο σε χαρτί. Ήταν μια σταδιακή εσωτερική μετατόπιση.
Η παρατήρηση έγινε συναίσθημα. Το συναίσθημα έγινε ανησυχία. Και η ανησυχία έγινε ανάγκη για πράξη.
Η Άννα Φόνσου έχει μιλήσει πολλές φορές για συναδέλφους που βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, για ανθρώπους που είχαν προσφέρει πολλά στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αλλά αργότερα χρειάστηκαν βοήθεια ακόμα και για τα απολύτως βασικά. Αυτές οι ιστορίες δεν ήταν μακρινές. Ήταν πρόσωπα γνώριμα. Άνθρωποι του ίδιου χώρου.

Ένα όραμα που δεν έμοιαζε ρεαλιστικό
Όταν διατυπώθηκε για πρώτη φορά η ιδέα ενός χώρου που θα φιλοξενεί ηθοποιούς σε ανάγκη, η αντίδραση δεν ήταν ενθουσιώδης. Όχι επειδή υπήρχε αδιαφορία αλλά επειδή υπήρχε σκεπτικισμός. Πώς μπορεί να λειτουργήσει κάτι τέτοιο; Ποιος θα το στηρίξει; Ποιος θα το συντηρήσει, και κυρίως: μπορεί ένας τέτοιος χώρος να επιβιώσει μακροπρόθεσμα; Η ίδια, όμως, δεν αντιμετώπισε την ιδέα ως «πρόβλημα προς λύση». Την αντιμετώπισε ως υποχρέωση. Και κάπως έτσι, ξεκίνησαν όλα…
Το Σπίτι του Ηθοποιού ιδρύθηκε ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός το 2001, με πρωτοβουλία της Άννας Φόνσου, με στόχο τη στήριξη ανθρώπων του θεάτρου που βρίσκονται σε ανάγκη.
Δεν δημιουργήθηκε ως ίδρυμα εντυπωσιασμού. Ούτε ως συμβολική κίνηση αλλά ως ένας πραγματικός χώρος ζωής. Ένας χώρος όπου η έννοια της «θεατρικής οικογένειας» αποκτά υλική μορφή. Ένα σπίτι, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 477/18 Απριλίου 2002), βασικός σκοπός του είναι η φιλοξενία ηθοποιών που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, προσφέροντάς τους ένα ασφαλές περιβάλλον διαβίωσης και τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια. Ωστόσο, η αποστολή του δεν περιορίζεται μόνο στην κοινωνική προσφορά.
Το Σπίτι του Ηθοποιού σχεδιάστηκε εξαρχής ως ένας ζωντανός πυρήνας πολιτισμού, με ενεργό παρουσία στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας.
Ανάμεσα στους καταστατικούς του σκοπούς περιλαμβάνονται η διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, η ενίσχυση και προώθηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η δημιουργία χώρων πολιτιστικής έκφρασης, η ανάπτυξη εξειδικευμένης βιβλιοθήκης, αλλά και η ίδρυση ενός «Θεάτρου του Δρόμου», μιας πρωτοβουλίας που αποτυπώνει την επιθυμία να βγει η τέχνη από τις αίθουσες και να συναντήσει την κοινωνία. Έτσι, το Σπίτι του Ηθοποιού δεν είναι μόνο ένας χώρος φιλοξενία αλλά και μια κυψέλη πολιτισμού, ένας τόπος συνάντησης δημιουργών και μια διαρκής υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν σταματά όταν πέφτει η αυλαία, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την αλληλεγγύη, τη μνήμη και την κοινότητα.

Η καθημερινότητα ενός διαφορετικού «θεάτρου»
Στο Σπίτι του Ηθοποιού δεν υπάρχουν ρόλοι. Δεν υπάρχουν σκηνικά. Δεν υπάρχουν χειροκροτήματα. Υπάρχει όμως κάτι πιο δύσκολο να περιγραφεί και είναι η συνέχεια. Η συνέχιση μιας ζωής που δεν σταμάτησε ποτέ να είναι συνδεδεμένη με την τέχνη. Οι άνθρωποι που φιλοξενούνται εκεί δεν αντιμετωπίζονται ως «περιπτώσεις» αλλά ως μέλη μιας κοινότητας που μοιράζεται μία κοινή ιστορία.
Πλέον, για πολλούς ανθρώπους του θεάτρου, η εικόνα της Άννας Φόνσου δεν συνδέεται μόνο με τις ταινίες ή τις παραστάσεις της. Συνδέεται με κάτι διαφορετικό. Με την καθημερινή παρουσία. Με τη συνεχή προσπάθεια.
Με τη διαρκή αναζήτηση πόρων, λύσεων, στήριξης. Με την εμμονή –με την καλή έννοια– να μην αφήσει αυτό το έργο να σταματήσει. Είναι μια διαφορετική μορφή καλλιτεχνικής ζωής. Χωρίς κοινό αλλά με βαθιά συνέπεια. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το Σπίτι του Ηθοποιού είναι ένα κοινωνικό έργο. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά είναι και κάτι ακόμη. Είναι και μια πράξη επιστροφής. Μια απάντηση σε μια διαδρομή που ξεκίνησε με φώτα, κοινό και επιτυχία, και κατέληξε στην ανάγκη για αξιοπρέπεια. Η Άννα Φόνσου δεν προσπάθησε να αλλάξει την ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Προσπάθησε να αλλάξει το τέλος κάποιων ανθρώπινων ιστοριών μέσα σε αυτό. Και ίσως αυτό να είναι πιο δύσκολο από οποιονδήποτε ρόλο έχει παίξει ποτέ. Και κάπου εδώ άρχισε να διαμορφώνεται κάτι πιο βαθύ. Σε αυτό το σημείο της ζωής της Άννας Φόνσου αρχίζει να διαφαίνεται κάτι που τότε δεν είχε ακόμη όνομα. Μια ευαισθησία απέναντι στους ανθρώπους του χώρου της. Μια παρατήρηση που γίνεται εμπειρία. Και μια εμπειρία που σταδιακά μετατρέπεται σε ανάγκη. Αυτό που αργότερα θα γίνει το Σπίτι του Ηθοποιού, δεν γεννήθηκε ξαφνικά. Χτίστηκε αργά. Μέσα από εικόνες. Μέσα από πρόσωπα. Μέσα από σιωπές. Και μέσα από μια συνειδητοποίηση που δεν είναι ποτέ εύκολη: ότι η τέχνη δεν προστατεύει πάντα εκείνους που τη δημιουργούν.

Πάντως, μετά τη δημιουργία του Σπιτιού του Ηθοποιού, ήταν ξεκάθαρο πια πως η ζωή της Άννας Φόνσου δεν κινήθηκε σε μία ευθεία γραμμή από τη δόξα προς την απόσυρση. Κινήθηκε από τη δόξα προς την προσφορά.
Η γυναίκα πίσω από την εικόνα
Αν σταθεί κανείς μόνο στη φιλμογραφία της, θα δει μια τυπική διαδρομή μιας ηθοποιού της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Αν όμως σταθεί στη συνολική της παρουσία, θα δει κάτι διαφορετικό. Μια γυναίκα που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στον ρόλο που της έδωσε η αναγνωρισιμότητα. Που δεν αντιμετώπισε τη φήμη ως προορισμό, αλλά ως εργαλείο. Και που τελικά χρησιμοποίησε αυτό το εργαλείο όχι για να παραμείνει στο προσκήνιο, αλλά για να δημιουργήσει έναν χώρο για όσους είχαν αρχίσει να χάνουν το δικό τους. Και αν η καριέρα της Άννας Φόνσου ήταν μια σειρά από ρόλους, τότε η τελευταία της «παράσταση» δεν έχει σκηνή. Δεν έχει κοινό. Δεν έχει χειροκρότημα. Έχει όμως συνέπεια. Έχει καθημερινή παρουσία. Έχει μια σταθερή προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή η έννοια της θεατρικής οικογένειας. Και αυτό ίσως είναι το πιο απαιτητικό έργο από όλα. Γιατί δεν βασίζεται στο ταλέντο αλλά στην επιμονή.
















