Υπάρχουν προσωπικότητες που η ζωή τους δεν χωρά στα στενά όρια ενός έθνους ή μιας μόνο ταυτότητας. Ο Οδυσσέας Δημητριάδης ήταν μια από αυτές. Ένας άνθρωπος που κατάφερε να συνενώσει το ελληνικό πάθος, τη γεωργιανή λυρικότητα και τη ρωσική πειθαρχία. Γεννημένος στις παρυφές της Μαύρης Θάλασσας, σε μια εποχή μεγάλων αναταράξεων, ως διευθυντής ορχήστρας ο Δημητριάδης πορεύτηκε στον 20ό αιώνα κρατώντας τη μουσική ως τη μόνη αδιαπραγμάτευτη αλήθεια του.
Από τα ελληνικά χωριά του Καυκάσου μέχρι τη σκηνή του Μπολσόι και το πόντιουμ των Ολυμπιακών Αγώνων, η πορεία του ήταν μια διαρκής αναζήτηση της πατρίδας –όχι απαραίτητα ως γεωγραφικού αλλά ως ψυχικού προσδιορισμού.
Το νήμα της ζωής του άρχισε να ξετυλίγεται, στις 7 Ιουλίου του 1908, στο Βατούμ της Ρωσίας. Γεννημένος από Πόντιους γονείς, τον Τραπεζούντιο επιχειρηματία Αχιλλέα Δημητριάδη και την Καλλιόπη Εφραιμίδη –μετακινήθηκαν στα ρωσικά εδάφη το 1896– ο Οδυσσέας Δημητριάδης έφερε μέσα του το γονίδιο της δημιουργίας και της επιμονής. Παρότι η μοίρα τον κράτησε μακριά από την Ελλάδα για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, η ελληνική του συνείδηση παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη πυξίδα του.
Η γνωριμία με τον Δημήτρη Μητρόπουλο
Πρώτη δασκάλα του στο πιάνο ήταν η αδερφή του Λίζα. Το 1918 ξεκίνησε να ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη της μουσικής, έχοντας αρχικά δάσκαλο τον βιολιστή Τίζενχαουζεν και αργότερα τον Λέγκερ. Το 1925, μετά το τέλος των σπουδών του στο Γυμνάσιο, έφυγε για το Σοχούμ, όπου ζούσε ο αδελφός του Νικόλαος. Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Τιφλίδα με σκοπό την εισαγωγή του σε ωδείο. Το 1934, ενώ σπούδαζε διεύθυνση ορχήστρας στο φημισμένο Ωδείο του Λένινγκραντ, γνώρισε τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Η συνάντηση αυτή ήταν καθοριστική. Όταν ο νεαρός Οδυσσέας εξέφρασε την επιθυμία να εργαστεί στην Ελλάδα, ο Μητρόπουλος τον προειδοποίησε για τις δυσκολίες και τις πενιχρές αμοιβές. Έτσι, ο Δημητριάδης έμεινε στη Σοβιετική Ένωση, χτίζοντας μια καριέρα που θα ζήλευαν οι μεγαλύτεροι μαέστροι του πλανήτη.
Ήδη από τα χρόνια των σπουδών του, έδειξε το κοινωνικό του πρόσωπο συνεργαζόμενος με τον θίασο του Θόδωρου Κανονίδη στο Σοχούμ, γράφοντας μουσική για έργα όπως οι «Πρόσφυγες στην Ελλάδα».
Η άνοδός του ήταν αλματώδης:
- 1937: Μαέστρος του Θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου της Γεωργίας
- 1952: Αρχιμουσικός της Κρατικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Γεωργίας
- 1965-1973: Αρχιμουσικός στο θρυλικό Θέατρο Μπαλσόι της Μόσχας.

Καλλιτέχνης του κόσμου και του λαού
Η μπαγκέτα του Δημητριάδη είχε ένα μοναδικό «χρώμα» και ένα τεράστιο εύρος. Διηύθυνε περισσότερες από 60 όπερες και μπαλέτα και έργα τουλάχιστον 70 συνθετών. Οι περιοδείες του τον έφεραν από την Όπερα της Βιέννης και του Βερολίνου μέχρι το Μπουένος Άιρες, συνεργαζόμενος με κορυφαίους σολίστ όπως ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ και ο Μστσλάβ Ροστροπόβιτς.

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος της «μεγάλης σκηνής».
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έπαιζε πιάνο σε νοσοκομεία και εργοστάσια για τον Κόκκινο Στρατό, ενώ αργότερα, κατά τη διάρκεια της χούντας στην Ελλάδα, διοργάνωνε συναυλίες στη Μόσχα και το Κίεβο αφιερωμένες στον εξόριστο Μίκη Θεοδωράκη.
Ο Ολυμπιακός Ύμνος στη Μόσχα
Το 1980, η παγκόσμια κοινότητα τον είδε να διευθύνει τον Ολυμπιακό Ύμνο του Σπύρου Σαμάρα στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας, σε δική του διασκευή.
Για την ευρύτερη προσφορά του ο Οδ. Δημητριάδης τιμήθηκε με πολλά βραβεία της ΕΣΣΔ, όπως το «Παράσημο Τιμής» (1946) και της «Εργατικής Κόκκινης Σημαίας» (1951) αλλά και με τα μετάλλια «Για την άμυνα του Καυκάσου», «Για την ηρωική δουλιά στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» (1946), «Για την ηρωική δουλειά» (1980). Του απονεμήθηκαν επίσης οι τιμητικοί τίτλοι του «Λαϊκού καλλιτέχνη» της ΕΣΣΔ, της Γεωργίας, της Αμπχαζίας κ.ά.

Παρά τις αμέτρητες τιμές, ο ίδιος παρέμεινε σεμνός. «Όποιος δουλεύει για το χρήμα δεν είναι καλλιτέχνης», έλεγε, εξηγώντας γιατί δεν έκανε ποτέ περιουσία.
Στα 87 του χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έζησε για λίγα χρόνια. Όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε, η Σοβιετική Ένωση τον είχε απομακρύνει από τον Θεό, αλλά η Ελλάδα τού άναψε ένα «τεράστιο φως» μέσω της Εκκλησίας.
Όταν αρρώστησε επέστρεψε στην Τιφλίδα, όπου ζουν μέχρι και σήμερα τα παιδιά του Νάνα Δημητριάδη (καθηγήτρια στο Ωδείο της Τιφλίδας) και Ορέστης Δημητριάδης (χημικός), καρποί του γάμου του με την Αναστασία Δημητριάδη (1913–2008).
Το τέλος
Ο Οδυσσέας Δημητριάδης, ο άνθρωπος που ένιωθε «πάντα Έλληνας στην ψυχή» αλλά ευγνωμονούσε τη Ρωσία που τον μεγάλωσε, άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Απριλίου 2005 στην Τιφλίδα, όπου έφυγε πλήρης ημερών, σε ηλικία 97 ετών, αφήνοντας πίσω του μια στρατιά μαθητών και ένα ακτινοβόλο έργο.

Η τελευταία του κατοικία ήταν εκεί που ίσως οραματιζόταν. Κηδεύτηκε στην πλατεία του Κρατικού Θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου της Τιφλίδας «Ζαχάρι Παλιασβίλι», έναν τόπο όπου η μουσική του θα αντηχεί για πάντα.
Πόπη Παπαγεωργίου
Πηγές
• Αγαθαγγελίδου, Σ. (2002), «Οδυσσέας Δημητριάδης: Ο τελευταίος των μεγάλων», Το Βήμα της Κυριακής, Αθήνα
• Λαμπρινάκος, Γ. (2000), «Οδυσσέας Δημητριάδης: Η ψυχή μου ανήκει στην Ελλάδα», Το Βήμα, Αθήνα
• Ριζοσπάστης (2005). «”Έφυγε” ο μεγάλος αρχιμουσικός Οδυσσέας Δημητριάδης», Ημερήσια Πολιτική Εφημερίδα, Φύλλο 29ης Απριλίου 2005
• Τσακαλίδης, Π. (χ.χ.), Ο μαέστρος Οδυσσέας Δημητριάδης: Η ζωή και το παιδαγωγικό του έργο, Αρχείο Ποντιακού Θεάτρου και Μουσικής
• Φωτιάδης, Κ. (2005), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντώνη Σταμούλη
• Bolshoi Theatre Archives (2024), History and Conductors: Odyssei Dimitriadi, bolshoi.ru
• Tbilisi State Opera and Ballet Theatre (2024), Historical Figures of the Georgian Opera: Odysseus Dimitriadi.
Διαβάστε ακόμη
Οδυσσέας Δημητριάδης (1908-2005)
Σαν σήμερα, το 2005, έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Πόντιος αρχιμουσικός Οδυσσέας Δημητριάδης
















