Ήταν ξημερώματα της 14ης Ιουνίου 1949 όταν χιλιάδες Έλληνες του Πόντου, του Καυκάσου και της Αμπχαζίας είχαν ήδη ξυπνήσει από τα χτυπήματα στις πόρτες τους. Μέσα σε λίγες ώρες κλήθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τις περιουσίες και τη ζωή που γνώριζαν, για να επιβιβαστούν σε τρένα με προορισμό το άγνωστο.
Συμπληρώνονται σήμερα 77 χρόνια από τις μαζικές εκτοπίσεις των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης, μία από τις πιο τραυματικές σελίδες στην ιστορία του ελληνισμού του Εύξεινου Πόντου μετά τις διώξεις και τον ξεριζωμό από τις αλησμόνητες πατρίδες.
Οι σοβιετικές Αρχές χαρακτήριζαν τους Έλληνες «πολιτικά αναξιόπιστους» και διέταξαν τη μεταφορά δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων προς το Καζακστάν και άλλες περιοχές της Κεντρικής Ασίας. Ολόκληρες οικογένειες βρέθηκαν στοιβαγμένες σε εμπορικά βαγόνια, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, για ένα ταξίδι που για πολλούς διήρκεσε εβδομάδες.
Ανάμεσα στις μαρτυρίες που έχουν διασωθεί ξεχωρίζει εκείνη της Παρασκευής Πενταζίδη, η οποία περιέγραψε τις συνθήκες:
«Τις πρώτες μέρες δεν άνοιγαν τα βαγόνια».
Η έλλειψη αέρα, νερού και στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής οδήγησε σε ασθένειες και απώλειες ήδη από τις πρώτες ημέρες της διαδρομής, με τα παιδιά και τους ηλικιωμένους να πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα.
Άλλοι εκτοπισμένοι θυμούνταν ότι οι οικογένειες είχαν στη διάθεσή τους ελάχιστο χρόνο για να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους πριν οδηγηθούν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς υπό τη συνοδεία ενόπλων.
Σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα, οι μαρτυρίες εκείνων που βίωσαν τις εκτοπίσεις παραμένουν ζωντανές, υπενθυμίζοντας μια λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου οδυνηρή σελίδα της ιστορίας των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Για τους απογόνους τους, η νύχτα της 13ης προς 14η Ιουνίου δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική επέτειο, αλλά μια συλλογική μνήμη ξεριζωμού, επιβίωσης και αντοχής.
















