Στην ευρύτερη περιοχή του Ατάπαζαρ (ή Αντάπαζαρ) της ιστορικής Βιθυνίας, το Γιασλί Κετσίτ (Yazlık ή Yazlıgeçit) έγραψε τη δική του ιστορία στο κεφάλαιο του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το «θερινό πέρασμα», όπως μεταφράζεται το όνομα του χωριού, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από την πόλη και διοικητικά ανήκε στο υποδιοικητήριο (Καζά) του Ατάπαζαρ, το οποίο υπαγόταν στο ανεξάρτητο Σαντζάκι της Νικομήδειας. Εκκλησιαστικά, αποτελούσε κοινότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Νικομηδείας, της οποίας τελευταίος ποιμενάρχης υπήρξε ο εθνομάρτυρας μητροπολίτης Αλέξανδρος Ρηγόπουλος.
Το Γιασλί Κετσίτ αποτελούσε τον μεγαλύτερο, αμιγώς ποντιακό οικισμό της περιφέρειας αυτής καθώς όλοι οι κάτοικοί του ήταν Πόντιοι από την Αργυρούπολη.
Αν και η ακριβής περίοδος της μετανάστευσής τους στην περιοχή του Ατάπαζαρ δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένη, πιθανολογείται ιστορικά ότι πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, γύρω στο 1856, προς αναζήτηση ασφάλειας.
Πώς κατάφεραν να διατηρήσουν την ποντιακή διάλεκτο
Το εντυπωσιακό με αυτό το χωριό είναι πως αν και πολλά ελληνικά χωριά της ευρύτερης περιοχής της Βιθυνίας είχαν σταδιακά απωλέσει την ελληνική γλώσσα και είχαν γίνει τουρκόφωνα, ο αμιγής ποντιακός χαρακτήρας του επέτρεψε στους κατοίκους του να διατηρήσουν ζωντανή την ποντιακή διάλεκτο της Αργυρούπολης, καθώς και τα πατροπαράδοτα έθιμά τους.
Στη νέα τους πατρίδα, οι Πόντιοι δημιούργησαν μια ακμάζουσα κοινότητα που έφτασε να αριθμεί 1.000 κατοίκους. Κύριες οικονομικές δραστηριότητες του πληθυσμού ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, ενώ ένας μικρότερος αριθμός κατοίκων ασχολούνταν με διάφορες τέχνες.
Η κοινότητα έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση και την πνευματική ζωή. Στο Γιασλί Κετσίτ λειτουργούσε τετρατάξιο δημοτικό σχολείο, στελεχωμένο με τρεις δασκάλους, το οποίο λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Μητροπόλεως Νικομηδείας.
Παράλληλα, το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων ήταν έντονο, με κέντρο αναφοράς την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Στην ευρύτερη περιφέρεια του χωριού υπήρχαν επίσης τέσσερα εξωκλήσια, καθώς και τα απομεινάρια μιας παλαιάς, ερειπωμένης εκκλησίας, δείγμα παλαιότερης χριστιανικής παρουσίας στην περιοχή.
Μακριά αλλά και πολύ κοντά στη μητέρα Ελλάδα
Το 1920, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, το εθνικό φρόνημα των κατοίκων εκδηλώθηκε έμπρακτα, καθώς πολλοί άνδρες του χωριού παρουσιάστηκαν και κατατάχθηκαν ως εθελοντές στον Ελληνικό Στρατό.

Η επιλογή τους αυτή είχε βαρύ τίμημα, καθώς το χωριό στοχοποιήθηκε άμεσα από τις κεμαλικές δυνάμεις.
Το τέλος της κοινότητας δεν ήρθε τον μαύρο Σεπτέμβριο του 1922, αλλά έναν χρόνο νωρίτερα. Τον Ιούνιο του 1921, λόγω των στρατιωτικών αναδιατάξεων, ο Ελληνικός Στρατός αποφάσισε την εσπευσμένη εκκένωση της περιοχής του Αντάπαζαρ.
Φοβούμενοι τα αντίποινα, οι κάτοικοι του Γιασλί Κετσίτ εγκατέλειψαν μαζικά τις εστίες τους και συμπτύχθηκαν μαζί με τα υποχωρούντα ελληνικά στρατεύματα προς τη Νικομήδεια. Από τα λιμάνια της Προποντίδας μεταφέρθηκαν αρχικά στην Ελλάδα, περνώντας από σταθμούς καραντίνας και απολύμανσης (όπως ο Άγιος Γεώργιος Πειραιά και η Μακρόνησος). Στη συνέχεια, οι πρόσφυγες του χωριού διασκορπίστηκαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, καθώς και σε άλλες περιοχές της χώρας, προσπαθώντας να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.
Γιασλί Κετσίτ και Γιασί Κετσίτ
Κατά την καταγραφή των οικισμών της περιοχής του Αντάπαζαρ, διαπιστώσαμε πως στην ίδια επαρχία υπήρχαν δύο διαφορετικά χωριά με σχεδόν ταυτόσημη ηχητική ονομασία.
Το Γιασλί Κετσίτ (Yazlık ή Yazlıgeçit) και το Γιασί Κετσίτ (Yassıgeçit) που αποτελεί έναν εντελώς διαφορετικό οικισμό της ίδιας επαρχίας.
Η ονομασία του δεύτερου σημαίνει «πλατύ ή επίπεδο πέρασμα» (από τη λέξη Yassı που σημαίνει επίπεδος) και γεωγραφικά βρισκόταν αρκετά βορειότερα, προς την πλευρά του Καρασού, κοντά στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.
Πόπη Παπαγεωργίου
















