Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού αίνος εις το πάθος». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’, το Μέρος Γ’ και το Μέρος Δ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
κγ’. Θρηνούσε με αναστεναγμούς ο δράκοντας ο δόλιος που πολεμά τον άνθρωπο συνέχεια λυσσασμένα, για όσα από μιας αρχής υπέφερε εξαιτίας του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ.
Θρηνολογούσε κι έλεγε: «Σαν έπλασε τον άνθρωπο ο Θεός από το χώμα, μάς πρόσταξε
»όλους εμάς, ως Παντογνώστης Κύριος που όλα τα προγνωρίζει. “Εμπρός, ελάτε”, φώναξε, “όλες μαζί οι ουράνιες δυνάμεις που έχω πλάσει,
»τώρα να προσκυνήσετε άπαντες την εικόνα μου, αυτήν που έχω φτιάξει”.
»Τότε ήταν που το έσκασα και έφυγα μακριά, καθώς εγώ δεν το ήθελα, δεν μου άρεσε καθόλου
»που τέτοιο πλάσμα φτιάχτηκε· δεν ήθελα να πάω εγώ και να το προσκυνήσω.
»Πού να το φανταζόμουνα, όμως, εγώ ο δύστυχος, πως όταν καταστράφηκε ο άνθρωπος, το πλάσμα του, θα έτρεχε να τον σώσει. Απ’ τη φθορά τον άνθρωπο έσπευσες να τον σώσεις,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
κδ’. Συνέχισε ο Άδης στα λόγια του εμμένοντας και φοβισμένος φώναξε: «Θάνατε, έλα πάμε να δούμε με τα μάτια μας
»πώς άστραψε και φώτισε το φως σ’ αυτούς που βρίσκονταν μες στο βαθύ σκοτάδι· πώς τώρα ήρθε και φώτισε τα μέρη τα δικά μας εδώ στα καταχθόνια
»κι ανέστησε απ’ τους τάφους τους του Αδάμ τους απογόνους.
»Έλα μαζί μου τώρα. Πάμε να φυλακίσουμε αυτόν
»που έχει έρθει εδώ να μας εξολοθρεύσει. Μαζί του πρέπει γρήγορα εμείς να λογαριαστούμε, δεν είναι να τ’ αφήνουμε».
Κι όπως τα έλεγε αυτά, τρέχει ο Άδης ο άδικος
και αρπάζει το κορμί Του, το Σώμα Του το Άγιο που είχε μαρτυρήσει.
Γιατί νόμιζε πως άνθρωπο απλό πάει να αρπάξει· αλλά Αυτός είναι ο Θεός, Αυτός είναι ο Λόγος. Πού να ’ξερε ότι είσαι Εσύ,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
κε’. Μα τότε ο Ιησούς Χριστός ξυπνάει και σηκώνεται ‒ λες και πιο πριν κοιμόταν. Πιάνει τα χέρια του Άδη κι ευθύς τα δένει με δεσμά και δυνατά φωνάζει
σ’ όσους στον Άδη βρίσκονταν: «Ώρα να σηκωθείτε! Τον Άδη ‒εμπρός!‒ χλευάστε τον
»στα ίσια λέγοντάς του: “Πού πήγε το αδίκημα που έχουμε διαπράξει; Γιά κοίτα στο μητρώο μας!”
»Γιατί εγώ τώρα αυτόν θε να τον παραδώσω μες στου Ταρτάρου τα δεσμά,
»όπως, βεβαίως, και τον Αδάμ τον είχα παραδώσει, γιατί ήταν υπεύθυνος για όλων σας τα χρέη.
»Κι όταν τον δείτε εκεί εσείς πατήστε τον στο σβέρκο, κι αυτό να του φωνάζετε: “Πάει καταποντίστηκε,
»”ο Άδης και πηγαίνει στον πάτο με τον Θάνατο ‒μαζί πάνε παρέα. Κι ό,τι εξουσία είχε, πάει τώρα εξευτελίστηκε”.
»Γιατί ενανθρωπίστηκα, κι ήρθα στη γη για χάρη σας, ώστε να λέτε όλοι: “ως άνθρωπος περπάτησες,
»”Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί”.
κς’. »Τώρα, λοιπόν, όλοι μαζί εμπρός να σηκωθείτε με άσματα και με ψαλμούς κι έτσι βροντοφωνάξτε: “Άδη στο χώμα κείτεσαι, αδύναμος τελείως·
»”κι εσύ μαζί του, Θάνατε, χάμω είσαι πατημένος – κι η δύναμή που είχες, πάει πια, αχρηστεύτηκε.
»”Γιατί της γης οι κάτοικοι, όλοι πια οι θνητοί, καθώς θα σ’ αποφεύγουν, θα ελευθερώνονται από σε και θα σε ταπεινώνουν”».
Τα λόγια αυτά σαν άκουσε, ο Άδης αποκρίθηκε κι άρχισε να φωνάζει
σαν βασιλιάς που προσταγές δίνει στους υπηρέτες του κι ορθά κοφτά τους λέει:
«Τώρα εσείς με βλέπετε μπροστά σας να υποφέρω, καθώς μου επιτέθηκαν άδικα και με θράσος.
»Άρχοντες κι αξιωματικοί, δικοί μου είστε δυνατοί, δώστε μου μια βοήθεια! Κλείστε τις πόρτες τις βαριές, τις χάλκινες τις πόρτες,
»γιατί να αναμετρηθεί θέλει μαζί μου τώρα εκείνος, της Μαρίας ο γιoς. Μαζί μου θα λογαριαστείς,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
κζ’. Κι αφού είπε τα λόγια αυτά, ο Άδης ο ταλαίπωρος, αμέσως αποκρίθηκε προς στον Σωτήρα κι είπε, φωνάζοντας Του, τα εξής:
«Μέχρι τούτην την ώρα, δεν ήταν άνθρωπος κανείς να μην εξουσιάζω· πάνω στο γένος του Αδάμ είχα κυριαρχήσει.
»Γιά πες μου το λοιπόν εσύ, ω! άνθρωπε, ποιος είσαι;
»Είναι νομίζω προφανές πως σ’ όλα μοιάζεις με άνθρωπο. Γιατί, σε βλέπω να έχεις σώμα ανθρώπου, πράγματι.
»Όποιος ανήκει, βέβαια, στο γένος των ανθρώπων, χωρίς καμιά εξαίρεση, είναι στην εξουσία μου, δικό μου κτήμα είναι.
»Με βάση αυτό, πώς γίνεται εσύ που μόλις ήρθες, με βία, δύναμη ωμή, τώρα να με δουλώνεις για χάρη όλων όπως λες;
»Μήπως εσύ είσαι αυτός που είναι των πεθαμένων η ανάσταση και η ζωή;
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί;».
κη’. Μόλις ακούει ο Χριστός αυτά που είπε ο Άδης, αμέσως απευθύνθηκε, ο Κύριος, σ’ εκείνον κι αυτά του βροντοφώναξε:
«Αντιδικώ μαζί σου, κι απέναντι σου έχω σταθεί να σ’ αντιμετωπίσω, όχι γιατί επιθυμώ τη θέση σου να πάρω, να γίνω εξουσιαστής και τύραννος του κόσμου.
»Στα σίγουρα είσαι αναιδής και άξιος καταδίκης,
»αλλά όπως βλέπεις άνθρωπος έγινα τελευταία.
»Είμαι ο αναμάρτητος Λόγος ο Παντοδύναμος των πάντων Κτίστης και Θεός
»κι ας με θωρείς μπροστά σου, βλέποντας τον Αόρατο. Μα δεν προσέρχομαι εγώ τώρα σ’ αυτή τη μάχη ως Δέσποτας των όλων,
»αλλ’ ως χωμάτινος Αδάμ τώρα μαζί σου αντιδικώ.
»Κι αφού θα σε νικήσω, θα σε εξοβελίσω από την εξουσία σου, την πλήρη, την τυραννική που από καιρό κατέχεις. Και τότε όλοι θα μου λεν, Εσύ είσαι ο Λόγος, Εσύ και ο Θεάνθρωπος,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
















