Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού αίνος εις το πάθος». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’ και το Μέρος Γ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιζ’. Στον κόσμο το φανέρωσες ότι ξανασηκώθηκες λάμποντας μες στο φως, τότε που αναστήθηκες,
ο Ίδιος με τις δυνάμεις Σου, Εσύ που χάρισες ζωή με τη θεότητά Σου στους πάντες, όλους τους βροτούς.
Τότε, λοιπόν, το Φίδι, ο Όφις ο αρχέκακος, με οδυρμούς στον Θάνατο στράφηκε και φωνάζει: «Πάει τώρα, ηττηθήκαμε! Αυτόν τον έναν παίρνοντας, χάσαμε τους πολλούς.
»Κοίταξε που τον πέρασα για έναν ανθρωπάκο, σαν όλους τους υπόλοιπους.
»Πού να ’ξερα ο ταλαίπωρος ότι είχε τούτος μέσα του καλά από εμέ κρυμμένη τη φύση του την άναρχη, τη θεϊκή του φύση.
»Επίτηδες την έκρυβε, για να με πολεμήσει· και όπλα του εναντίον μου όσα από με παθαίνει και δέχεται υπομένοντας.
»Τι με έπιασε κι ετοίμασα μίγμα από ξίδι και χολή;
»Τι το ’θελα και έβαλα εκείνον τον Πιλάτο πάνω σε ξύλο αλύπητα να πάει να τον καρφώσει, για να πεθάνει πάνω εκεί; Γιατί Εσύ έτσι πέθανες,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
ιη’. «Όλα όσα περνάω τώρα είναι εξαιτίας σου, γιατί εσύ είσαι ο αίτιος που νικηθήκαμε έτσι»,
είπε ο μαύρος Θάνατος στον Όφι τον πανούργο. «Τη βασιλεία μου έχασα κι εσύ είσαι η αιτία.
»Σ’ το είπα από μιας αρχής να μην τον φέρεις τον Χριστό σε μένα εδωπέρα.
»Γιατί ήξερα πολύ καλά πόσο μεγάλη δύναμη είχε ετούτος μέσα του.
»Την κόρη του Ιάειρου μέσα από τα χέρια μου την άρπαξε, την έσωσε μονάχα μ’ έναν λόγο.
»Επίσης και τον Λάζαρο τον είχα εδώ δεμένο· κι αυτός τον πήρε έτσι απλά, τον τράβηξε κοντά του.
»Αν, το λοιπόν, μού έκανε πράγματα τέτοιου είδους, εμένα του ταλαίπωρου, με δύο από τους βροτούς που ήταν πλασμένοι απ’ αυτόν,
»ήταν αναμενόμενο να κάνει περισσότερα με το ίδιο το κορμί του ‒ για τούτο, λέω, το ανθρώπινο σώμα που ο ίδιος πήρε, χωρίς να αλλοιώσει τη φύση του τη θεϊκή. Καλά φοβόμουν πως Εσύ θα ήσουνα Εκείνος,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
ιθ’. «Σε ποιον τα λες βρε Θάνατε; Το τέκνο της Μαρίας χειρότερα έκανε σ’ εμέ!», είπε στον Άδη ο εξαποδώ, ο άλλος ο μεγάλος εχθρός της ανθρωπότητας.
«Γιατί όσους ’γώ ξευτέλισα και σε πικρές αρρώστιες έριξα κι υποφέραν,
»μ’ ένα του πρόσταγμα Αυτός αμέσως τους θεράπευσε και βρήκαν την υγειά τους.
»Έβλεπα εκείνον που ήτανε από γεννησιμιού του τυφλός και τον κορόιδευα.
»Κι όταν πήγε να τον δει, ευθύς μ’ έναν του λόγο έκανε και ανέτειλε φως στου τυφλού τα μάτια κι ο αόμματος ανέβλεψε.
»Αλλά είχα την εντύπωση πως αν τον θανατώσω,
»ύστερα πάλι θα μπορώ ξανά ν’ αλυσοδέσω όσους και πριν βασάνιζα.
»Κι ο δύστυχος δεν το έβλεπα πως τούτος καταργούσε τελείως την εξουσία μου! Το κράτος μου κατέλυσες
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
κ’. «Ωχού τι πήγες κι έκανες βρε φίδι φαρμακόβουλο, βρε δράκοντα τρικέφαλε; Τι ήθελα και σε άκουγα και γνώρισα την ήττα;»
ο Άδης ανταπάντησε στον πλάνο κι ύστερα είπε: «Πικρά θρηνούμε και οι δυο,
»γιατί όπως τον κατάπια έπεσε στο στομάχι μου και το έδεσε έναν κόμπο
»και τώρα, όσους έχω φάει, πρέπει να τους ξεράσω.
»Πιάσε, λοιπόν, κι εσύ μαζί τώρα το μοιρολόι, γιατί οι δόξες οι παλιές που είχαμε χαθήκαν ‒ μαζί τις χάσαμε κι οι δυο.
»Ο μεν Αδάμ λυτρώθηκε απ’ τα δεσμά που του είχα
»ο δε Προφήτης δυνατά λέει και το φωνάζει: “Πού πήγαν, Άδη, οι νίκες σου;”
»Αγάλλεται κι Εύα, γιατί κι εκείνη σώθηκε. Εσύ την έσωσες κι αυτή,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
κα’. «Όπως το ανέμενα, λοιπόν, όταν απέθανε ο Χριστός, πήγε μαζί με τους νεκρούς τους άλλους που κατείχα· αλλά απ’ εκεί και έπειτα αυτά που μου συνέβησαν δεν ήξερα τι είναι.
»Μα δες τώρα που στέκομαι ολάκερος μες στη ντροπή· κατάντησα να γίνω περίγελος για τους βροτούς.
»Άραγε τι με ωφελεί εσένα να κατηγορώ και να σου ρίχνω ευθύνες, ω, σύντροφέ μου ομόφρονα και ομοιοπαθή;
»Ολοσχερώς νικήθηκα, έχουν τελειώσει όλα· γιατί ταράζομαι άδικα;
»Αλλά άσε, όμως, ψύχραιμα να δούμε την αλήθεια. Ας το αναγνωρίσουμε, ας το παραδεχτούμε: η δύναμη είχαμε, τώρα πια δεν υπάρχει.
»Γιατί από τη μια μεριά, κείνου του δέντρου ο κορμός ‒της γνώσεως, λέω, το δέντρο‒ στον κόσμο θάνατο έφερε.
»Αλλά από την άλλη, το ξύλο του θανάτου του ‒το ξύλο, λέω, του Σταυρού‒ έφερε την Ανάσταση που σε όλους φανερώθηκε· για όλους σημαίνει Ανάσταση.
»Όλες τις φυλακές μου, τις αποθήκες των ψυχών, τις ετοιμάζει για άδειασμα. Άδειες θα τις αφήσεις,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
κβ’. Αυτά είπε ο Θάνατος, ελέγχοντας τον Πλάνο για όσα μέσα στη ζωή είχε αυτός διαπράξει.
Αλλά, όμως, και στους δύο μεγάλη ήττα έφερε ο πολυτίμητος Σταυρός που είχε καρφωθεί στη γη.
Τον βλέπουνε οι άνθρωποι ως ζωηφόρο Ξύλο
που ο Καρπός των αγαθών επάνω του καρφώθηκε,
ώστε εκεί πεθαίνοντας, να κάνει την Ανάσταση ν’ ανθήσει για όλους τους βροτούς απ’ τα λιβάδια που είν’ βαθιά στα τάρταρα του Άδη,
Αυτός που είναι εκ Θεού κατά τη φύση Του, όντως· μα που είναι και εκ του Δαυίδ από το σώμα που έχει, το σώμα το ανθρώπινο.
Αυτός που ενώ είναι πάντοτε μαζί με τον Πατέρα, βλάστησε και εδώ στη γη, βρέφος απ’ τη Μαρία,
προς σωτηρία όλων κι απελπισία των άπιστων. Εσύ η σωτηρία,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
















