Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού αίνος εις το πάθος». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ια’. Καθώς επάνω στον Σταυρό έβλεπε Τον Φιλάνθρωπο να Τον υψώνουν τότε, ένας απ’ τους κακοποιούς, που αριστερά απ’ τον Κύριο τον είχανε καρφώσει κι αυτόν επάνω σε σταυρό,
με τους κακούργους έσπευσε κι εκείνος να συμπράξει ‒ ο όμοιος με τον όμοιο. Και βλαστημούσε τον Χριστό κι έλεγε πάνω κάτω τα ίδια που έλεγαν κι αυτοί.
Μα πάραυτα, όμως, είδε τον άλλον που ήταν σαν κι αυτόν κι ήτανε σταυρωμένος στα δεξιά απ’ τον Κύριο,
να τον ελέγχει αυστηρά και ψεύτη να τον βγάζει, καθώς του ανταπάντησε κι αυτά τα λόγια του είπε:
«Ω, καταδικασμένε και αξιοκατάκριτε! Πώς το τολμάς και βλαστημάς κι αρνιέσαι και αμφισβητείς Κριτή Εσταυρωμένο;
»Σύμφωνα με όσα κάναμε κι εσύ κι εγώ ‒βεβαίως‒ δικαίως τιμωρούμαστε.
»Όμως, Αυτός ο Ίδιος Του το δέχτηκε και πάσχει, τα πάθη με τον τρόπο αυτό θέλει να τα συντρίψει,
»ώστε ν’ ανακουφίσει τον πληγωμένο άνθρωπο απ’ τον πολύ του πόνο, καθώς μετά απ’ την πτώση του, απ’ την παράβασή του, της αμαρτίας οι πληγές πόνους πολλούς του φέραν. Είσαι του ανθρώπου η γιατρειά,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
ιβ’. Η αληθινή μετάνοια ρίζωσε στην καρδιά του κι έτσι βρήκε τον δρόμο που οδηγεί με ασφάλεια στην τέλεια επανόρθωση. Λοιπόν, αυτός που ήτανε πρωτύτερα κακούργος, λόγια τώρα ξεστόμισε από αυτά που είναι προς το συμφέρον της ψυχής.
Έτσι, αφού αντιλήφθηκε πως οικειοθελώς Αυτός επέλεξε το Πάθος, αλλά την ίδια ώρα η θεϊκή Του φύση παρέμενε απαθής,
διάλεξε τούτα να Του πει: «Σε ικετεύω ολόθερμα να μη μ’ εγκαταλείψεις, σαν έρθει εκείνη η ώρα που είναι να φανερώσεις τα έργα που διαπράξανε της γης όλα τα τέκνα.
»Τις πράξεις όλες τις κακές που έκανα πρωτύτερα εγώ μες στη ζωή μου, κοίτα να μη τις θυμηθείς, κοίτα να τις ξεγράψεις.
»Και όπως τώρα δίπλα μου βρίσκεσαι και συμπάσχεις και τότε συμπονετικός απέναντί μου να φανείς
»και ως Οικτίρμων που Είσαι, θυμήσου με κι εμένα, όταν της Βασιλείας Σου η ώρα θε να φτάσει.
»Για αυτό, άλλωστε, θυσιάζεσαι τώρα δα και πεθαίνεις: έλεος θες να δώσεις σ’ όλους όσοι αμάρτησαν,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
ιγ’. Ω! του διαβόλου η πώρωση, τρομακτική στ’ αλήθεια. Ω! απόψεις, διανοήματα των άπιστων ανθρώπων! Αυτοί που τα αντίθετα απ’ τη Γραφή πιστεύουν,
παλεύουν πώς να κρύψουνε, πράγματι, την αλήθεια και πάνε κι εφευρίσκουνε διάφορους δρόμους, άλλους ‒ τις πιο απίθανες οδούς, εκτός της μιας κι Αληθινής.
Δεν παραδέχονται αυτοί πως στην Αγία Τριάδα, Αυτός που λέγεται ο Υιός είναι ο ίδιος κι ο Αυτός με τον Χριστό που είδαμε στη γη να περπατάει.
Και θέλουν, έτσι, μερικοί τη θεϊκή Ουσία να τη διαιρούν αυθαίρετα και να τη διαμερίζουν·
κι Αυτόν που φανερώθηκε για χάρη μας στον κόσμο παίρνοντας σάρκα και οστά, Τον θεωρούν απλό θνητό σαν όλους τους ανθρώπους.
Μα και που φανερώθηκε ο Θεός πάνω στη γη μας, στη φύση Του αθάνατος παρέμεινε, δεν άλλαξε
κι ας ήταν στην εμφάνιση σαν όλους τους βροτούς, καθώς ‒όπως το λέμε‒ δούλου ενδύθηκε μορφή.
Κι έτσι, λοιπόν, το δέχτηκε κι εκούσια σταυρώθηκε, για να νεκρώσει τη φθορά· θέλησες και σταυρώθηκες Εσύ,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
ιδ’. Μέγα μυστήριο είναι αυτό ‒ η παρουσία Σου, εννοώ, ως άνθρωπος στον κόσμο. Αυτό είναι που βλασφημούν οι μαθητές του Αρείου,
γιατί για Σένα λένε και φανερά κηρύττουνε ότι Είσαι δημιούργημα, ότι Είσαι, λέει, κτίσμα, ενώ είστε ομοούσιοι Εσύ και ο Πατέρας.
Διαστρέφουνε με τρόπο αισχρό τα λόγια της Γραφής!
Λάβε υπόψιν το εξής, εσύ ‒που έχεις τέτοια πώρωση, κακότροπη τελείως‒
αν λες τον Κτίστη κτίσμα και φλυαρείς ανόητα για έναν Θεό που έχει πλαστεί απ’ τον Θεό ‒τι τρέλα!‒,
τότε και τους αγγέλους, με βάση αυτά, θεοποιείς, καθώς κι αυτοί από άυλη ουσία είναι φτιαγμένοι.
Αλλά, όμως, πώς το εξηγείς πως κάποτε υπήρξε χρόνος που τούτοι δεν υπήρχανε;
Μόνος που υπάρχει άχρονος είναι στ’ αλήθεια ο Λόγος, Θεού Γεννήτορα Υιός. Χριστέ, Υιέ και Λόγε,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
ιε’. Εάν για την Ανάσταση απ’ τη Γραφή διαβάσεις, θα μάθεις απ’ το κείμενο ότι, αφού αναστήθηκε, Τον είδε η Μαρία· μπροστά της εμφανίστηκε
κι αυτό είναι που της είπε: «Γυναίκα, μη μ’ αγγίζεις! Να μην το πλησιάσεις, το σώμα που μαρτύρησε επάνω στον Σταυρό,
»γιατί ακόμα είναι στη γη· δεν το έχω ανυψώσει ψηλά στα επουράνια.
»Μονάχα, τρέξε γρήγορα και βρες τους μαθητές μου κι ανάγγειλέ τους το εξής:
»ήδη έχω ξεκινήσει και πάω προς τον Πατέρα μου, που είναι και δικός σας Πατέρας επουράνιος.
»Για εσάς Πατέρας λέγεται, βέβαια, κατά χάριν· για εμένα, όμως, είναι ο φυσικός Πατέρας μου στην κυριολεξία.
»Γιατί, μες στην αιωνιότητα ούτε στιγμή υπάρχει που ήμουν εγώ ανύπαρκτος,
»αλλά τιμώμαι πάντοτε μαζί με τον Πατέρα μου και με το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι τιμάσαι πάντοτε,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
ις’. Βλέπεις παίρνουνε θάρρος, καθώς με τρόπο κάκιστο κατανοούνε λάθος και διαστρεβλώνουν άσχημα τα λόγια που είπε ο Παύλος.
Νομίζουν ότι εννοεί πως ο Χριστός μας έλαβε σώμα από τον ουρανό κι όχι απ’ τη Μητέρα Του.
Γιατί, ο Παύλος κάπου λέει: «Ό,τι λογής είναι Αυτός που είναι επουράνιος,
»τέτοιοι είναι και όλοι τους οι άλλοι επουράνιοι».
Αλλά, εσύ, που το κακό αγαπάς και έρωτα του έχεις, ψάξε και βρες το τι λογής ήτανε όσοι δίκαιοι υπήρξαν μες στον κόσμο.
Τι έχεις να πεις, αιρετικέ, για τον προπάτορα Αβραάμ; Γιά πες μας τι πιστεύεις
για εκείνον που γεννήθηκε στον κόσμο από τον Θάρρα, και δεν μας ήρθε, φυσικά, από τα επουράνια!
Ο Παύλος επουράνιους λέει και εννοεί αυτούς που ο Πλάστης θέλησε αγίους να τους κάνει.
Εσύ Αγίους τους έκανες,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
















