Τον Μάιο του 1903, η Σμύρνη ήρθε αντιμέτωπη με μια υγειονομική κρίση που δοκίμασε τις αντοχές της κοινωνικής και διοικητικής της δομής. Η επιδημία της ευλογιάς, ξεκινώντας από υποβαθμισμένες περιοχές όπως το Χάνι της Τσικουδιάς και τα Μορτάκια, εξαπλώθηκε γρήγορα σε ένα ευρύ δίκτυο συνοικιών. Παρά την πολυπολιτισμικότητα της πόλης, η νόσος επέδειξε μια τραγική «προτίμηση» στις ελληνικές συνοικίες (Άγιος Κωνσταντίνος, Άγιος Βουκόλος, Χατζηστέλιου κ.ά.), όπου καταγράφηκαν τα περισσότερα κρούσματα.
Ο αντίκτυπος ήταν κυρίως δημογραφικός, καθώς η ευλογιά αποδεκάτισε τον παιδικό πληθυσμό (έως 8 ετών).
Δεν έλειψαν ακραία περιστατικά, όπως ο θάνατος γυναίκας πάνω στον τοκετό ή ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών στην εβραϊκή συνοικία Χαχάμπαση μέσα σε ελάχιστες ώρες.
Οργανωμένη υγειονομική «αντεπίθεση»
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτής της περιόδου έγκειται στην οργανωμένη υγειονομική αντεπίθεση. Ο δήμαρχος της Σμύρνης εφάρμοσε ένα προηγμένο σχέδιο διαχείρισης κρίσεων:
- Η πόλη διαιρέθηκε σε 15 τομείς, καλύπτοντας κάθε γωνιά από την Μπέλλα Βίστα και την Πούντα μέχρι το Κορδελιό.
- Κάθε τομέας ανατέθηκε σε έναν Σμυρναίο γιατρό, υπεύθυνο για τη δωρεάν περίθαλψη και τον εμβολιασμό των πολιτών.
- Το Γραικικό Νοσοκομείο λειτούργησε ως εξειδικευμένο κέντρο λοιμωδών
- Η Εκκλησία (υπό τον Μητροπολίτη Βασίλειο) μετέτρεψε τους άμβωνες σε σημεία ενημέρωσης, καθιστώντας τον εμβολιασμό ηθικό και κοινωνικό καθήκον.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σεγιέντ Μοχαμάντ Ταγκί Σχαριάτ Παναχί σε δημοσίευσή του με τίτλο Επιδημία Ευλογιάς στη Σμύρνη, 1903, η επιστημονική προσπάθεια και η άφιξη της ειδικής επιτροπής από την Κωνσταντινούπολη συνυπήρξαν με το έντονο μεταφυσικό στοιχείο. Όταν ο εμβολιασμός και τα ιατρικά μέτρα δεν έφεραν την άμεση κάμψη της νόσου, ο πληθυσμός στράφηκε στη θρησκευτική παράδοση.
Η κορύφωση της κρίσης τον Δεκέμβριο οδήγησε σε πάνδημη δέηση προς την Αγία Βαρβάρα.
Η τελική εξάλειψη της επιδημίας στα μέσα Δεκεμβρίου δεν καταγράφηκε απλώς ως ιατρική επιτυχία, αλλά εδραιώθηκε στη συνείδηση των Σμυρνιών ως μια «θαυματουργή» παρέμβαση, υπογραμμίζοντας τη βαθιά σύνδεση της επιστήμης με τη λαϊκή πίστη στη Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα.
















