Η Κυριακή Τσάπα γεννήθηκε στον οικισμό Σάκαλβα (Σακ-Χαλβά), κτισμένου σε απόσταση περίπου 3 χλμ από την περιοχή Λαχανά μαdέν. H επίσημη ονομασία του οικισμού ήταν Άκιοϊ Ρουμ Καριεσί (τουρκ. Akköy Rum). Ο ελληνικός πληθυσμός ανερχόταν σε περίπου 270 κατοίκους που μιλούσαν ποντιακά και είχαν μετοικήσει από την περιφέρεια Αργυρούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα, με σκοπό να εργαστούν στα μεταλλεία της περιοχής.
Συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και δημοτικό σχολείο.
Η οικονομία του οικισμού βασιζόταν κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ υπήρχαν επίσης και κάποιοι έμποροι υφασμάτων. Παράλληλα, πολλοί κάτοικοι έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς για τη Ρωσία, όπου εργάζονταν κυρίως ως κτίστες.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Γεννήθηκα στη Σάκαλβα, στα 1900. Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Κι ο ίδιος εκεί γεννήθηκε, όμως οι πρόγονοί του ήρθαν από κάποιο Μαdένι. Δεν πήγα στο σχολείο. Ούτε λέξη από γράμματα, ούτε το άλφα δεν ξέρω. Δούλευα στα κτήματά μας.
Στα 1916 τα πράματα σκούρυναν. Αγρίεψαν οι Τούρκοι. Μπαίνοντας το ’16, ήρθαν και πιάνανε τους άντρες. Το ξέραμε από πριν, κι ο πατέρας μου κρυβόταν σ’ άλλο χωριό. Κι εμείς αλλού κοιμόμασταν. Όμως μια βραδιά, πώς μας ήρθε να μείνομε στο σπίτι μας! Δε θα το ξεχάσω. Το πετσί μου σηκώνεται που το θυμούμαι. Τάκα-τούκα, τάκα-τούκα, ήρθαν οι Τούρκοι, πήγαν να σπάσουν την πόρτα. Πετάχτηκε η μάνα μου από την πίσω πόρτα και έφυγε. Τα παιδιά μείναμε με τη γιαγιά. Μπήκαν κι άρχισαν να μας χτυπούν: «Πού ‘ναι ο πατέρας σου, πού ‘ναι η μάνα σου;». Μόνο ξύλο που φάγαμε, άλλο κακό δε μας έκαμαν.
Σε λίγον καιρό μάς πήγαν εξορία. Πρώτα βροχή και πιο ύστερα κρύο, χιόνι, πείνα, γύμνια. Πεθαίνουν τα παιδιά, οι άρρωστοι κι οι γέροι. Δεν θέλω ούτε να τα λέω, ούτε να ακούω, φτάνει που τα ζήσαμε. Χάσαμε τον πατέρα μου, χάσαμε τη γιαγιά μου, χάσαμε τη μάνα μου, χάσαμε τ’ αδέλφια μου.
Εκεί που μας πήγαν, στο μήνα απάνω, μας λένε: «Θα πάτε πίσω». Εμείς πού να ξέρομε να ζητήσομε χαρτί; Γυρίσαμε στην Κερασούντα. Μας πιάσανε και μας βάλανε φυλακή. Μάζεψαν πολλούς και μας ξαναπήγαν στην Τοκάτη. […]
Στην Τοκάτη κάναμε θελήματα και ζούσαμε. Η αδελφή μου είχε μια φιλενάδα. Ένας Τούρκος την πήρε με τη βία γυναίκα του. Αυτή βρήκε τον τρόπο και έγραψε στη Μητρόπολη. «Έτσι κι έτσι, εγώ δεν θέλω. Στείλετε να με πάρουν». Έγραψε πως άλλα τέσσερα κορίτσια, εμείς, ήμασταν μαζί. Έτσι έστειλαν και μας πήραν όλους.
Από το χωριό μας μέσα, στην πατρίδα επέστρεψαν μόνο πέντε άτομα. Άκου να δεις! Εκατόν πενήντα εννιά άτομα πήγαμε στην εξορία κι από την εξορία έφυγαν τρεις κρυφά για τη Ρωσία.
Εννιά άτομα ήμασταν που γυρίσαμε στο χωριό. Να σου τους μετρήσω. 1. Καλλιόπη Μωυσόγλου. 2. Σοφία Ξανθοπούλου με το γιο της. 3. Ζωγράφα Ξανθοπούλου με την κόρη της. 4. Σημέλλα Αμανατίδου. 5. Της Δεσποινής η κόρη. 6. Κυριακή Τσαπά. 7. Ανθή Καρακασίδου. Όλα, όλα εννέα άτομα. Από αυτά τα εννέα άτομα η Σημμέλα Αμανατίδου και η Ανθή Καρακασίδου πήγανε στη Ρωσία.
Την Καλλιόπη Μωυσόγλου τη σκότωσαν στο χωριό οι Τούρκοι. Την κακομοίρα! Γύρισε από την εξορία και πήγε στο σπίτι της. Βρήκε μέσα Τούρκους. «Δικό σας είναι το σπίτι;». «Γύρισες, παλιογκιαούρισσα;». Της έδεσαν τα χέρια, την έδεσαν με το κεφάλι κάτω σε ένα άλογο και τη σκότωσαν. Το μάθαμε πάλι από Τούρκους. Σκότωσαν και την παπαδιά, τη μάνα μου. Γύριζε με το ένα παιδί στο χωριό. Πεινούσαν. Τόλμησε το παιδί να απλώσει το χέρι του σε μια κερασιά. Πότε μαζεύτηκαν τα Τουρκάκια; Το σκότωσαν με τις πέτρες. Η μάνα προχώρησε μοναχή της. Μπήκε στο χωριό.
Πήγε στο σπίτι, βρήκε Τούρκους, ζητιάνεψε λίγο ψωμί. Την κρέμασαν […] και ύστερα την πέταξαν […].
Ήρθαμε, λοιπόν, τα τέσσερα κορίτσια στην Κερασούντα. Ορφανά ήμασταν, κι ο επίτροπος του ορφανοτροφείου φρόντισε και μας έβαλαν μέσα κι εμάς και δουλεύαμε. Εγώ έφυγα και πήγα στο χωριό, όμως τα βρήκα έρημα και σκοτεινά. Τι να μείνω; Ξαναγύρισα στο ορφανοτροφείο και τότε με πάντρεψαν […].
Έτσι δε βρέθηκα στο χωριό την ημέρα της εξόδου. Την περιμέναμε όλοι κείνην την ημέρα. Γιατί, άκου να δεις, ο Τούρκος είναι καλός όσο δεν τον φανατίζεις. Ο καλύτερός σου φίλος να είναι, όταν του πουν «εν ονόματου του Αλλάχ, να πας να σκοτώσεις την Κυριακή Τσάπα», θα πάει. Εμείς όμως; Εμάς ο Χριστός δεν θέλει να σκοτώνομε.
Όταν ειδοποίησαν για την Ανταλλαγή είχαμε τέτοιο πόνο, είχαμε περάσει τέτοια βάσανα, που είπαμε πως ποτέ δεν θα ξαναγελάσουμε.
Είχαν ησυχάσει τα πράγματα, όμως ποτέ δεν ήμασταν βέβαιοι για τον Τούρκο. Τώρα ελπίζαμε να σωθούμε. Κατέβηκαν όλοι από το χωριό στην Κερασούντα. Μας έβγαλαν διαβατήρια κι από κει φύγαμε. Όλοι μαζί, ανακατωμένοι με άλλους, όπως τύχει. Πόλεμος είναι, «όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε».
Άλλος εδώ κι άλλος εκεί, βγήκαμε σ’ όλα τα μέρη. Εμάς μας έβγαλαν στην Κέρκυρα. Ήταν να μας στείλουν στα χωριά. «Εγώ δεν πάω στα χωριά. Παιδιά δεν έχω. Γιατί να πάω να τυραννιούμαι;». Ήρθα εδώ […].
Μας πήγαν στο Γκάζι, στο συνοικισμό. Πήραμε ένα δωματιάκι με πλίθρες, το σκεπάσαμε και μείναμε. Δούλεψα κι εγώ κι άντρας μου στα καπνά του Γιαννακάκη. Κόντευα να πεθάνω, ώσπου ένας πατριώτης μάς συνεβούλεψε και ήρθαμε εδώ, στους Αμπελόκηπους. Πήραμε αυτό το οικόπεδο, χτίσαμε αυτά τα δωματιάκια και τα νοικιάζουμε και ζούμε.
















