Πλήρης ημερών, σε ηλικία 103 χρόνων, έφυγε από τη ζωή ο Τζορτζ Νταν (George Dunn), ο Βρετανός πιλότος βομβαρδιστικών στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που το 1947 είχε παραδώσει το Spitfire MJ755 στους Έλληνες συναδέλφους του – ένα από τα 77 καταδιωκτικά που είχε παραχωρήσει μεταπολεμικά η βρετανική κυβέρνηση για την αναδιοργάνωση της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, το οποίο πλήρως ανακατασκευασμένο, και σε πτήσιμη κατάσταση, κοσμεί σήμερα το Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας στο Τατόι.
Το 2020 ο Τζορτζ Νταν είχε αναφέρει σε τηλεφωνική του συνομιλία με το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:
«Ήταν μετά τον πόλεμο. Πέταξα την 28η Ιανουαρίου 1947 […]. Ήμουν αυτός που έκανε την τελευταία πτητική δοκιμή πριν το αεροπλάνο αναχωρήσει για την Ελλάδα, όπου είχε πουληθεί [σ.σ.: είχε παραχωρηθεί] στην Ελληνική Αεροπορία. […] Είχαμε σταματήσει στην Κύπρο για ανεφοδιασμό. Τα αεροσκάφη που δόθηκαν στην Ελλάδα βρίσκονταν στην Αίγυπτο, σε μοίρα συντήρησης με το τέλος του πολέμου».

«Ο Τζορτζ πήρε μέρος ως πιλότος των Halifax και Mosquito με τη Διοίκηση Βομβαρδιστικών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου πετώντας σε 44 επιχειρήσεις», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Στιβ Ντάρλοου, συγγραφέας, εκδότης και σύμβουλος ντοκιμαντέρ ιστορικού περιεχομένου.
«Η αφοσίωση και η γενναιότητά του αναγνωρίστηκαν με την απονομή του Διακεκριμένου Σταυρού Ιπτάμενου, και τιμήθηκε επίσης με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής», τονίζει.
«Θα τον θυμόμαστε επίσης για τον εξέχοντα ρόλο του στην υπεράσπιση και την επίτευξη μεγαλύτερης αναγνώρισης για τους πεσόντες συντρόφους του στη Διοίκηση Βομβαρδιστικών. Ο ένθερμος χαρακτήρας του, η ταπεινή του στάση, η χαρά του για τη ζωή και το μεταδοτικό γέλιο του τον έκαναν αγαπητό σε πολλούς. Ξέρω ότι θα νιώσουν θλίψη, αλλά θα νιώσουν επίσης προνομιούχοι όσοι τον γνώρισαν, και μοιράστηκαν χρόνο με έναν σπουδαίο άνθρωπο. Το τέλος μιας εποχής για μένα», καταλήγει ο Στιβ Ντάρλοου.

Όπως είχε αναφέρει το 2020 στο Αθηναϊκό Πρακτορείο o βετεράνος αεροπόρος, το 1941 πήγε εθελοντής στην αεροπορία, για να γίνει ιπτάμενος. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς η RAF τον έστειλε για αεροπορική εκπαίδευση στον Καναδά. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1937, πριν καν κλείσει τα 14, είχε αφήσει το σχολείο για να εργαστεί σε μεταφορική εταιρεία. Μάλιστα κάποιοι στη RAF είχαν αμφισβητήσει την ικανότητά του να εκπαιδευτεί ως πιλότος βομβαρδιστικών λόγω των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων, και πρότειναν να πήγαινε σε μεταφορικά ανεμόπτερα.
Και ο Τζορτζ Νταν, συμπλήρωνε: «Τον Ιούλιο του 1942 [σ.σ. μετά την επιστροφή του στην Αγγλία], έκανα την πρώτη μου αποστολή με βομβαρδιστικά “Halifax” και αργότερα τοποθετήθηκα στα “Mosquito” [σ.σ. ξύλινο ελαφρύ βομβαρδιστικό]. Πέταξα σε 30 επιχειρήσεις με βομβαρδιστικά “Halifax” και 14 με “Mosquito”, συνολικά 44 αποστολές».

Τον Αύγουστο του 1943 ο Νταν πήρε μέρος σε μια από τις πλέον σημαντικές αποστολές βομβαρδισμού της RAF στα χρόνια του πολέμου, στο Πεενεμούντε της Βαλτικής, στις εγκαταστάσεις εκτόξευσης των πυραύλων V1 και V2. Επειδή η δράση των βομβαρδιστικών ξεπερνούσε την ακτίνα ραδιοπλοήγησης της εποχής, η επιχείρηση έπρεπε να γίνει νύχτα με πανσέληνο, κάτι το οποίο συνέβη το βράδυ της 17ης προς 18η Αυγούστου 1943.
«Ήμουν στο πρώτο κύμα βομβαρδιστικών που επιτέθηκαν, από τα συνολικά τρία», τόνιζε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νταν. «Δύο σμήνη βομβαρδιστικών σε κάθε κύμα. Στο πρώτο κύμα δεν είχαμε μπελάδες από τα γερμανικά νυχτερινά καταδιωκτικά, [… ]ήμασταν τυχεροί».
Όπως είχε αναφέρει παλαιότερα, η Διοίκηση Βομβαρδισμού της Βασιλικής Αεροπορίας είχε ξεκαθαρίσει πως εάν δε πετύχαινε ο βομβαρδισμός εκείνο το βράδυ, θα επαναλάμβαναν την επιχείρηση το αμέσως επόμενο, και το επόμενο μετά, και ξανά το επόμενο, μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος, με τρομακτικές απώλειες για τα πληρώματα της RAF.
Μετά την ολοκλήρωση των επιδρομών με τα «Halifax», και μια σύντομη περίοδο ως εκπαιδευτής πιλότος, ανέλαβε καθήκοντα πετώντας με τα de Havilland Mosquito, σε επιχειρήσεις εναντίον του Βερολίνου και άλλων γερμανικών πόλεων.

«Το “Mosquito”, το ξύλινο βομβαρδιστικό, ήταν ένα θαυμάσιο αεροπλάνο να πετάει κανείς. Τα είχε όλα: βαθμό ανόδου, ταχύτητα, ικανότητα ελιγμών – ένα αεροσκάφος πολλαπλών ρόλων», κατέληγε μιλώντας το 2020 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Τζορτζ Νταν.
Στη συνέχεια, το 1947, τοποθετήθηκε στην Αίγυπτο για να πετάξει ανακαινισμένα μονοκινητήρια μαχητικά αεροσκάφη, και μετέφερε το «Spitfire» MJ755 στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Λίγο περισσότερο από 70 χρόνια αργότερα, κάθισε ξανά στο ίδιο καταδιωκτικό, στο ιστορικό αεροδρόμιο του Μπίγκιν Χιλ στο Κεντ, όπου το αεροπλάνο ανακατασκευαζόταν.
Μεταπολεμικά αποστρατεύτηκε με το βαθμό του σμηναγού, και επέστρεψε στην εταιρεία μεταφορών «Pickfords», από την οποία και συνταξιοδοτήθηκε.
Το 2019, σε ηλικία 98 ετών, μαζί με τον Στιβ Ντάρλοου έγραψε το βιβλίο Resolute – To war with Bomber Command, αναφερόμενος στη θητεία του στη RAF ως πιλότος βομβαρδιστικών στα χρόνια του πολέμου.
Τον Μάιο του 2025 είχε συμμετάσχει ως τιμώμενο πρόσωπο στις εκδηλώσεις για τα 80 χρόνια από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου στην Ευρώπη.
Η υποπτέραρχος της Βασιλικής Αεροπορίας Κρις Έλιοτ, διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Φιλανθρωπίας της RAF, δήλωσε: «Με βαθιά θλίψη πληροφορηθήκαμε τον θάνατο του Τζορτζ Νταν. Ο Τζορτζ σήμαινε πολλά για όλους στο Ταμείο Φιλανθρωπίας της RAF, και για την ευρύτερη οικογένεια της Βασιλικής Αεροπορίας. Ενώ θα τον θυμόμαστε πάντα για την αξιοσημείωτη υπηρεσία του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν εξίσου αγαπητός για τη γενναιοδωρία, τη ζεστασιά και την ακλόνητη αφοσίωσή του στο Ταμείο επί τόσα χρόνια. […] Αισθανόμαστε απίστευτα προνομιούχοι που τον γνωρίσαμε και που επωφεληθήκαμε από την υποστήριξή του».
















