Ο Μάξιμος ο Γραικός γεννήθηκε στην Άρτα στα 1470. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης και ήταν από αριστοκρατική οικογένεια. Οι γονείς του Εμμανουήλ και Ειρήνη, είχαν την οικονομική δυνατότητα να του προσφέρουν λαμπρή μόρφωση. Στην ηλικία των 20, έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Κέρκυρα, επιδόθηκε στον πολιτικό στίβο της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά απέτυχε. Αμέσως μετά έφυγε για την Ιταλία, για να σπουδάσει αρχαία ελληνικά και φιλοσοφία.
Την εποχή εκείνη η Ιταλία ήταν το κέντρο της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, καθώς εκεί είχε καταφύγει όλη η αφρόκρεμα της βυζαντινής διανόησης, μεταφέροντας νοοτροπίες, ιδέες και πολύτιμα βιβλία, τα οποία διασώθηκαν από την οθωμανική λαίλαπα που υποδούλωσε τον βυζαντινό κόσμο. Στην Ιταλία είχαν διαφύγει ονόματα διεθνούς εμβέλειας, όπως ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος και πολλοί άλλοι.

Ο Μιχαήλ έζησε περιοδικά στην Πάδοβα, στο Μιλάνο, στη Μιράντολα και στη Φλωρεντία. Στη Φλωρεντία ο νεαρός Ηπειρώτης συγχρωτίστηκε με τους Ιταλούς και βυζαντινούς λόγιους και μάθαινε αρχαία ελληνικά από τον Ιωάννη Λάσκαρι.
Κατά το 1505 ο Μιχαήλ μετέβη στον Άθω, έχοντας πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός. Έλαβε το μοναχικό σχήμα ως Μάξιμος στη Μονή Βατοπεδίου.
Το έτος 1515 Βασίλειος Γ΄ της Ρωσίας, γιος του Ιβάν Γ΄ Βασίλιεβιτς και της βυζαντινής Μαρίας Παλαιολογίνας, ζήτησε από τη Μονή Βατοπεδίου να του σταλεί άνθρωπος για να μεταφράσει εκκλησιαστικά βιβλία στα ρωσικά. Για την αποστολή αυτή επελέγη ο Μάξιμος, ο οποίος αν και δεν γνώριζε ρωσικά, λόγω των πνευματικών του αρετών θεωρήθηκε ως ο πλέον κατάλληλος. Έτσι το βλαστάρι της Άρτας έχοντας διανύσει πάνω από 2.500 χιλιόμετρα μετέβη από το Άγιον Όρος στη Μόσχα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.
Το μεγάλο έργο του Μάξιμου ήταν η μετάφραση Ψαλτηρίου με σχόλια, με τη βοήθεια των μεταφραστών Δημητρίου Γεράσιμοφ και Βλάσιου Ιγκνάτοφ. Την ίδια περίοδο έφτιαξε και οργάνωσε τη βιβλιοθήκη του Ρώσου ηγεμόνα, ο οποίος τόσο πολύ ευχαριστήθηκε από τη δουλειά του Μάξιμου, που δεν του επέτρεπε να επιστρέψει στο Άγιον Όρος και του ανέθετε περισσότερες εργασίες. Ο Μάξιμος αφιερώθηκε στη συγγραφή και στη μετάφραση και έγινε πολυγραφότατος συγγραφέας θρησκευτικών βιβλίων.

Πολύ γρήγορα όμως ο Μάξιμος ο Γραικός –όπως τον αποκαλούσαν στη Ρωσία– έγινε ανεπιθύμητος τόσο για την πολιτική ηγεσία του τόπου όσο και για τον κλήρο. Παρατηρώντας την κοινωνική αδικία της χώρας και τα κακώς κείμενα του κλήρου, άσκησε έντονη κριτική, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, η οποία τον ανέδειξε σε φωνή Θεού και λαού. Ο Μάξιμος καταδίκαζε το δικαίωμα των μονών να εκμεταλλεύονται μεγάλη ακίνητη περιουσία, την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας, τη φιλοχρηματία του κλήρου, την εκμετάλλευση των αγροτών από την εξουσία, τον τοκισμό γενικότερα και κυρίως τον τοκισμό των υπηκόων από την… εκκλησία (!).
Ο Αρτινός ιερωμένος τασσόταν κατά της αυτοκεφαλίας της ρωσικής εκκλησίας και υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Σαν να μην έφταναν αυτά, εχθρεύτηκε τον ίδιο τον τσάρο Βασίλειο Γ΄ λόγω της επιθυμίας του να χωρίσει με την σύζυγό του Σολομωνία και να την κλείσει σε μοναστήρι επειδή δεν μπορούσε να του κάνει παιδιά. Ο τσάρος είχε ήδη βρει αντικαταστάτρια της νομίμου συζύγου του, όταν ο Μάξιμος σε επιστολή του τού έγραψε ότι αυτοκράτορας είναι αυτός που ξέρει να κρατά πρωτίστως τον εαυτό του, προφυλασσόμενος από τρεις αμαρτωλές επιθυμίες: φιληδονία, κενοδοξία και φιλαργυρία.

Έτσι το 1525 η τοπική Σύνοδος κατηγόρησε τον Έλληνα λόγιο για πνευματικά και πολιτικά εγκλήματα: για αίρεση και για ύποπτες φιλικές σχέσεις με τον Οθωμανό πρέσβη Ισκαντέρ. Με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάστηκε και εγκλείστηκε στη Μονή Ιωσήφ-Βολιότσκι, όπου διέμενε σε πολύ δύσκολες συνθήκες.
Το 1531 τον ξανακάλεσαν σε Σύνοδο, όχι για να τον αθωώσουν αλλά για να του προσθέσουν επιπλέον κατηγορίες, μεταξύ των οποίων πλαστογραφία των λειτουργικών βιβλίων και… μαγεία.
Ο Μάξιμος εστάλη εκ νέου σε εγκλεισμό στη Μονή Τβερσκόι Οτρότς, ο ηγούμενος της οποίας, ο Ακάκιος –όνομα και πράγμα–, τον εκτιμούσε πολύ και του επέτρεψε να τρέφεται καλύτερα, να διαβάζει και να γράφει.

Μετά το έτος 1551 και κατόπιν επανειλημμένων διαμαρτυριών από το Άγιον Όρος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας για την άδικη καταδίκη και κακομεταχείριση του λόγιου ιερέα, ο Μάξιμος ο Γραικός αφέθηκε ελεύθερος και μεταφέρθηκε στη Μονή Τρόιτσε-Σέργκιεφ, μακριά από το επικίνδυνο για τον ίδιο κοσμικό και εκκλησιαστικό περιβάλλον.
Εκεί αφιερώθηκε εκ νέου στη μετάφραση και στη συγγραφή ενώ εκεί άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Ιανουαρίου του 1556, την ημέρα που τιμάται ο πνευματικός του προστάτης, ο Μάξιμος ο Ομολογητής.

Η μνήμη του αποκαταστάθηκε επίσημα τέσσερις αιώνες αργότερα, το έτος 1988 όταν και αγιοκατατάχθηκε από τη ρωσική εκκλησία.
Στις 24 Ιουνίου του 1996 κατά τις αρχαιολογικές εργασίες στο χώρο της μονής, τα λείψανά του αγίου Μαξίμου του Γραικού ανασκάφτηκαν για να τοποθετηθούν αργότερα στον ναό του της Τρόιτσε-Σέργκιεβα λαύρας.
Ο Μάξιμος ο Γραικός άφησε πίσω του ένα πλούσιο έργο. Σώζονται εκατοντάδες συγγράμματά του, απολογητικά, θεολογικά, ηθικά και επιστολές. Τα έργα του αυτά γνώρισαν μεγάλη διάδοση τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του, όσο και για αιώνες μετρά, μέχρι και σήμερα. Χαρακτηρίστηκε ως ο πρώτος λόγιος στην ιστορία της Ρωσίας. Ήταν ο πρώτος συγγραφέας που ενημέρωσε το ρωσικό κοινό για την ανακάλυψη της Αμερικής. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη φράση «Αγία Ρωσία».
Σπάρτακος Τανασίδης, ιστορικός
















