Ο Ιούλιος φέρνει κοντά δύο ημερομηνίες που δύσκολα προσέχει κανείς. Στις 13 Ιουλίου 1965 πέθανε ο Φώτης Κόντογλου. Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1989, έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Τσαρούχης, ο σημαντικότερος ίσως μαθητής του. Τους ένωσε η κοινή αναζήτηση της ελληνικότητας στην τέχνη, τους χώρισε η διαφορετική αντίληψη για το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει η ζωγραφική, όμως η σχέση τους δεν έπαψε ποτέ να προκαλεί συζητήσεις.
Όχι μόνο για όσα ειπώθηκαν δημόσια, αλλά και για όσα έμειναν κρυμμένα.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και μια λιγότερο γνωστή ιστορία. Ο γαμπρός του Κόντογλου αποκάλυψε χρόνια μετά το θάνατό του ότι ο ζωγράφος είχε συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο τις πικρίες που του άφησαν ορισμένοι μαθητές του, άνθρωποι που, όπως πίστευε, είχε βοηθήσει όσο λίγους.
Το βιβλίο αυτό δεν εκδόθηκε ποτέ και, σύμφωνα με την οικογένειά του, δεν επρόκειτο να δει το φως της δημοσιότητας όσο ζούσαν οι ίδιοι. Κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς περιέχει. Ούτε αν αναφέρεται ονομαστικά στον Τσαρούχη.
Το γεγονός όμως ότι παρέμεινε κλειδωμένο για δεκαετίες δείχνει πως η σχέση δασκάλου και μαθητή άφησε στον Κόντογλου πληγές που δεν θέλησε ποτέ να μοιραστεί δημόσια.
Από την αυστηρή κριτική στη βαθιά μαθητεία
Όταν οι δύο άνδρες γνωρίστηκαν, το 1927, ο Φώτης Κόντογλου είχε ήδη χαράξει τη δική του πορεία. Ήταν ο άνθρωπος που επιχειρούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο τη βυζαντινή παράδοση και να αποτινάξει, όπως πίστευε, την άκριτη μίμηση των δυτικών προτύπων. Γύρω του συγκεντρώνονταν νέοι καλλιτέχνες, γοητευμένοι από την προσωπικότητα και τις ιδέες του.

Ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν τότε μόλις δεκαεπτά ετών. Με αρκετή διστακτικότητα έδειξε στον Κόντογλου τις ακουαρέλες του και τα πρώτα σκηνογραφικά του σχέδια, όμως η αντίδραση που συνάντησε ήταν αποστομωτική. Ο Κόντογλου τα χαρακτήρισε «ψεύτικα, φράγκικα, αδύνατα». Ο ίδιος ο Τσαρούχης θα γράψει αργότερα, στο κείμενό του Η μαθητεία μου κοντά στον Κόντογλου, ότι για μήνες συλλογιζόταν εκείνα τα λόγια.
Και όμως, ο Κόντογλου διέκρινε κάτι στον νεαρό ζωγράφο. Όταν είδε φωτογραφίες από έργα που είχε παρουσιάσει ο Τσαρούχης στο «Άσυλο Τέχνης» του Νίκου Βέλμου, θέλησε να τον ξανασυναντήσει.
Έναν χρόνο αργότερα τον πήρε κοντά του ως μαθητή και «μαστορόπουλο», εγκαινιάζοντας μια μαθητεία που έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά τη νεοελληνική ζωγραφική.
Ο Τσαρούχης ακολούθησε τον δάσκαλό του στις αγιογραφήσεις, στις νωπογραφίες, στα εργαστήρια, μαθαίνοντας όχι μόνο τεχνικές αλλά έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης. Ο Κόντογλου ήταν αυστηρός, απόλυτος, συχνά αμείλικτος στις κρίσεις του. «Κεραυνοβολούσε όλο τον κόσμο σ’ ένα έντονο ύφος “μετανοείτε”», θα θυμηθεί αργότερα ο Τσαρούχης, προσθέτοντας ότι δεν δίσταζε να συγκρουστεί με κανέναν, είτε ήταν ιερέας είτε ισχυρός φιλότεχνος.
Εκείνα τα χρόνια ο νεαρός ζωγράφος γνώρισε από κοντά τη βυζαντινή ζωγραφική, τη λαϊκή παράδοση και μια αντίληψη για την τέχνη που δεν αντιμετώπιζε τον ζωγράφο ως δημιουργό έργων προς πώληση, αλλά ως συνεχιστή μιας μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η ρήξη που δεν έσβησε ποτέ την εκτίμηση
Η σχέση τους κράτησε έως το 1934. Στο μεταξύ, ο Κόντογλου είχε στραφεί και στη σκηνογραφία, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους. Παρότι ασκούσε έντονη κριτική στο εμπορικό θέατρο, δεν αρνιόταν τις συνεργασίες που εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την οικογένειά του. Όταν όμως ο Τσαρούχης εξέφρασε την επιθυμία να ακολουθήσει ο ίδιος αυτόν το δρόμο, ο δάσκαλός του προσπάθησε να τον αποτρέψει.
Η διαφωνία δεν ήταν προσωπική. Ήταν βαθιά ιδεολογική.
Ο Κόντογλου πίστευε ότι η επιστροφή στην παράδοση απαιτούσε αφοσίωση σχεδόν ολοκληρωτική. Ο Τσαρούχης, αντίθετα, αναζητούσε έναν τρόπο να ενώσει την ελληνική παράδοση με το σύγχρονο θέατρο, τη σκηνογραφία, την καθημερινή ζωή και τις ευρωπαϊκές επιρροές. Οι δρόμοι τους δεν μπορούσαν πλέον να συμπίπτουν.
Χρόνια αργότερα ο Τσαρούχης θα αναφερθεί με ειλικρίνεια στη ρήξη τους. «Πολλά ειπώθηκαν για την αποχώρησή μου από το εργαστήριό του. Άλλοι με είπαν Ιούδα –ίσως και ο ίδιος ο Κόντογλου–, και άλλοι έξυπνο, που γλίτωσα από τη μεσαιωνική ανοησία. Η αλήθεια ήταν αλλού» έγραψε, για να προσθέσει αμέσως μετά μια φράση που αποτυπώνει καλύτερα από κάθε άλλη το βάθος αυτής της σχέσης:
«Μου είχε μεταδώσει ό,τι καλύτερο είχε: το θάρρος και την αγάπη της ελευθερίας. Την εποχή εκείνη χρειαζόταν φοβερό κουράγιο για να κάνεις και να γράφεις αυτά που έκανε και έγραφε ο Κόντογλου. Η επιστροφή στην παράδοση ήταν –και είναι ακόμη– κάτι το παρακινδυνευμένο».

Είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας τους. Ο άνθρωπος που προσπάθησε να κρατήσει τον μαθητή του κοντά σε έναν συγκεκριμένο δρόμο ήταν εκείνος που, κατά τον ίδιο τον Τσαρούχη, του δίδαξε την ελευθερία.
Και αν οι λέξεις μαρτυρούν τις συγκρούσεις, οι πράξεις αφηγούνται μια πιο σύνθετη ιστορία. Όταν ο Κόντογλου αποφάσισε να διακοσμήσει με νωπογραφίες το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού, στην Κυπριάδου (Άνω Πατήσια), επέλεξε ως βοηθούς δύο νέους ζωγράφους που έμελλε να αφήσουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην ελληνική τέχνη: τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο.
Ο ίδιος ο Τσαρούχης θυμόταν πως ο δάσκαλός του τον παρακινούσε διαρκώς να σχεδιάζει, άλλοτε για να πάρει ιδέες και άλλοτε, όπως πίστευε ο ίδιος, «μάλλον για να με κολακεύσει και να μου δώσει κουράγιο».
















