Η Τσάλκα είναι μια περιοχή της Γεωργίας όπου οι πρώτοι Έλληνες άρχισαν να καταφθάνουν από τον Ανατολικό Πόντο το 1829. Στην περιοχή αυτή ίδρυσαν ακμαία χωριά, τα οποία εξελίχθηκαν σε μια πόλη –την Τσάλκα–, τη μεγαλύτερη με ελληνικό πληθυσμό σε όλη τη Σοβιετική Ένωση.
Τη δεκαετία του 1980 στην πόλη και στη γύρω περιοχή κατοικούσαν συνολικά 37.000 Έλληνες. Όλα όμως άλλαξαν ριζικά τα επόμενα χρόνια.
Την πτώση του κομμουνισμού το Δεκέμβριο του 1991 και την ανεξαρτητοποίηση της Γεωργίας ακολούθησε μια μακρά και επίπονη περίοδος πολιτικής αστάθειας που κράτησε μια δεκαετία – ήταν ένα δύσκολο διάστημα μετάβασης για όλη τη χώρα.

Πρώτος πρόεδρος ανελίχθηκε ο εθνικιστής Ζβιάντ Γκαμσαχούρντια που κυβέρνησε ως το 1993 με σύνθημα «Η Γεωργία στους Γεωργιανούς». Ταυτόχρονα μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος με πολλά μέτωπα (ανεξαρτητοποίηση της Αμπχαζίας και Ν. Οσετίας, πολιτικές διαμάχες).
Μετά τη βίαιη ανατροπή του Γκαμσαχούρντια τα ηνία της χώρας ανέλαβε ο Εντουάρντ Σεβαρντνάτζε μέχρι το 2003. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του έγινε τρεις φορές στόχος απόπειρας δολοφονίας και κλήθηκε τρεις φορές να αντιμετωπίσει στασιαστικά κινήματα για την ανατροπή του.
Οι Έλληνες της Τσάλκας –όπως οι περισσότεροι ομογενείς της Γεωργίας– άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τη χώρα, προκειμένου να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα και στη Ρωσία. Ακόλουθο της πολιτικής αστάθειας και της φυγής του μεγαλύτερου μέρους του ποντιακού πληθυσμού –και ιδίως των πιο παραγωγικών ηλικιών–, ήταν η ανθρωπιστική κρίση.

Ο πληθυσμός της πόλης της Τσάλκας από 10.000 μειώθηκε κατά 70%. Ιδίως τους χειμερινούς μήνες η περιοχή αποκόπτονταν από την υπόλοιπη χώρα λόγω των κλιματικών συνθηκών και της κακής συγκοινωνίας. Υπήρχε πείνα λόγω φτώχειας και έλλειψης προμηθειών. Τα νοσοκομεία αδυνατούσαν να περιθάλψουν επαρκώς τους αρρώστους λόγω έλλειψης υλικών και φαρμάκων.
Την ίδια περίοδο το κράτος άρχισε να στέλνει στην Τσάλκα μουσουλμάνους από την Αμπχαζία. Οι έποικοι αυτοί ήταν Αντζάροι και Σβάνοι, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω του εμφυλίου και των περιβαλλοντικών καταστροφών. Σε σημαντικό ποσοστό ήταν ταραχοποιοί και εγκληματίες.
Οι έποικοι αυτοί καταλάμβαναν τα ελληνικά σπίτια, καθώς οι ιδιοκτήτες τους φεύγοντας στην Ελλάδα δεν είχαν φροντίσει να τα πουλήσουν και να μεριμνήσουν για τα περιουσιακά τους στοιχεία. Έτσι όταν επέστρεφαν προσωρινά, έβρισκαν τα σπίτια τους κατειλημμένα και τα προσωπικά τους αντικείμενα άφαντα. Σε αρκετές περιπτώσεις η είσοδος στα σπίτια Ελλήνων δεν είχε ειρηνικό χαρακτήρα, καθώς οι γείτονες που δεν είχαν φύγει ήταν επιφορτισμένοι να τα προσέχουν.
Ταυτόχρονα ο πληθυσμός κινδύνευε από τις ληστρικές και φονικές διαθέσεις των εποίκων μουσουλμάνων αλλά και της γεωργιανής μαφίας.
Στους δρόμους ληστές έστηναν καρτέρι για να σταματούν κάθε όχημα. Έμπαιναν νύχτα –αλλά όχι σπάνια και τη μέρα– μέσα σε σπίτια όπου ζούσαν ηλικιωμένοι και ανήμποροι Πόντιοι και τους αφαιρούσαν χρήματα, κοσμήματα, τρόφιμα, ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης. Δεν ήταν λίγα τα περιστατικά κακοποίησης και δολοφονίας των ηλικιωμένων.
Επιπλέον, από τις εκκλησίες κλάπηκαν τα ελάχιστα κειμήλια που είχαν απομείνει και δεν καταστράφηκαν από τους κομμουνιστές τις δεκαετίες 1920-1930.

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση –με το κράτος ανύπαρκτο– οι λίγοι εναπομείναντες ακμαίοι άνδρες οργανώθηκαν σε ένοπλες ομάδες ατάκτων, προκειμένου να προστατέψουν τους Έλληνες της πόλης Τσάλκα και των γύρω χωριών.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν αναβίωση του ποντιακού αντάρτικου τη δεκαετία του 1990 στην Τσάλκα, 70 χρόνια μετά το αντάρτικο του Πόντου και 150 χιλιόμετρα ανατολικότερα.
Τα ονόματα, ο αριθμός και ο τρόπος οργάνωσης των ένοπλων αυτών φρουρών της περιοχής μάς είναι άγνωστος καθώς δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία. Επρόκειτο περί ολιγάριθμων ομάδων ανδρών, οι οποίοι παραμόνευαν σε δρόμους και έκαναν περίπολα. Προέβαιναν σε πράξεις αυτοδικίας και εκδίκησης κατά των εποίκων σε περίπτωση που αυτοί βιαιοπραγούσαν κατά των Ποντίων. Φορούσαν πολιτική ενδυμασία και ήταν εξοπλισμένοι με μαχαίρια, καραμπίνες, πιστόλια και αυτόματα ΑΚ-47 (Καλάσνικοφ), τα οποία προμηθεύονταν στη μαύρη αγορά.
Μετά την πτώση του κομμουνισμού και την ανεξαρτητοποίηση της Γεωργίας ακολούθησε ένα πολιτειακό χάος, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι είτε έπαιρναν είτε αγόραζαν οπλισμό μέσα από ουσιαστικά αφύλακτα στρατόπεδα. Έτσι μπόρεσαν να εξοπλιστούν οι προστάτες αυτοί των τελευταίων Ελλήνων της περιοχής αλλά και οι εχθροί τους – η γεωργιανή μαφία.
Στο παρακάτω βίντεο από ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ στην Τσάλκα το χειμώνα του 1994 καταγράφεται μια τέτοια ομάδα ενόπλων και διακρίνεται ο οπλισμός τους. Πυροβολούν στον αέρα και λένε στα ρωσικά: «Χαιρετισμός σε όλους τους Έλληνες που έφυγαν από εδώ»:
Δεν ήταν λίγες οι ατομικές και ομαδικές συμπλοκές των Ποντίων με τους έποικους, οι οποίες πλαισιώνονταν από την καταστροφή της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας. Ως το 2005 είχαν σημειωθεί 15 πυρπολήσεις ακινήτων που ανήκαν στους Έλληνες και καταλήψεις 2.000 ελληνικών οικιών από εποίκους.
Τον Μάρτιο του 2005 στο χωριό Αβρανλό ένα ηλικιωμένο ζεύγος Ποντίων, οι Καλοέροβ, δέχτηκαν βίαιη ληστρική επίθεση Αντζάρων, μετά την οποία μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Σε απάντηση, οι συγγενείς των Καλοέροβ επιτέθηκαν σε Αντζάρους εποίκους, έδειραν 15 εξ αυτών και διέλυσαν το κτήριο του σχολείου όπου πήγαιναν τα παιδιά τους.
Ενδεικτική περίπτωση προσωπικής αυτοδικίας είναι η ακόλουθη, στις αρχές του 2000. Κατόπιν διαπληκτισμού σε χωριό της Τσάλκας ένας νεαρός μουσουλμάνος έποικος δολοφόνησε με καραμπίνα έναν νεαρό ομογενή. Ο Γ. Τανάσοβ, φίλος του τελευταίου, πήγε νύχτα στο σπίτι του μουσουλμάνου για να εκδικηθεί. Χτύπησε την πόρτα και μόλις του άνοιξαν πυροβόλησε με καραμπίνα εξ επαφής.
Ωστόσο, επειδή ήταν σκοτάδι δεν είχε καταλάβει ότι απέναντί του είχε τον πατέρα του φονιά του φίλου του και όχι τον ίδιο. Μόλις αντιλήφθηκε τι έγινε, και αφού ο φονιάς του ομογενούς δεν βρίσκονταν στο σπίτι, ο Τανάσοβ την ίδια νύχτα έφυγε λαθραία από τη χώρα, αφού έβαλε φωτιά στον μεγάλο αχυρώνα του χωριού όπου φυλάσσονταν τα άχυρα των εποίκων – οι αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι ήταν τόσο μεγάλη που φώτισε όλο το χωριό. Ο δράστης έφυγε αρχικά για τη Μόσχα, όπου άλλαξε ταυτότητα και στοιχεία και πλέον διαβιεί στη Ρωσία.

Η νομιμότητα επανήλθε στην επαρχία με την άνοδο στην εξουσία του Μιχαήλ Σαακασβίλι, προέδρου της Γεωργίας τα έτη 2004-2007. Επί Σαακασβίλι ο στρατός βγήκε στους δρόμους και στα χωριά όπου υπήρχαν οργανωμένα κακοποιά στοιχεία και επιχείρησε εναντίων τους διά της φυσικής εξόντωσης. Τα άρματα μάχης, πυροβολώντας και πατώντας κυριολεκτικά τα σπίτια των εγκληματιών κατάφεραν, εντός ολίγων μηνών ό,τι δεν μπορούσε να καταφέρει η αυτοδικία των πολιτών και η αστυνομία.
Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Πλέον οι σχέσεις των Ελλήνων της Τσάλκας με τους έποικους που έχουν ριζώσει εκεί είναι αρμονικές.
Τα καλοκαίρια οι Έλληνες επισκέπτονται τα χωριά τους, ερχόμενοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ευρώπη και τη Ρωσία. Οι ελάχιστοι ηλικιωμένοι συγγενείς και συγχωριανοί τούς υποδέχονται θερμά. Οι έποικοι ζουν ειρηνικά, ακολουθώντας τον κτηνοτροφικό βίο, όπως ακριβώς έκαναν οι Έλληνες πριν από αυτούς, όταν πρωτοπήγαν στην περιοχή από τον Πόντο 195 χρόνια πριν, ως έποικοι και αυτοί.
Η αλλαγή της φυσιογνωμίας της περιοχής είναι αισθητή, καθώς τα τζαμιά αυξάνονται. Ωστόσο με δωρεές από χρήματα των απόδημων οι ελληνικές εκκλησίες συντηρούνται και γίνονται χώροι γλεντιού κατά τις θρησκευτικές γιορτές, όταν οι Τσαλκαίοι επιστρέφουν για λίγες ημέρες προκειμένου να επισκεφτούν την γενέτειρα.
Εδώ η νοσταλγία είναι αυτή που κρατά τα υλικά κατάλοιπα του ελληνισμού άσβηστα.
















