Πίσω από κάθε αντικείμενο που φιλοξενείται σε ένα μουσείο κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία. Κάποιες φορές, όμως, η ιστορία αυτή ξεπερνά τα όρια ενός προσωπικού βιώματος και μετατρέπεται σε σύμβολο ολόκληρου του ελληνισμού της διασποράς. Έτσι συμβαίνει και με την παραδοσιακή φορεσιά της ομογενούς Μαρίας Μάρκου, η οποία σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο της Βικτώριας στην Αυστραλία, αποτελώντας ένα πολύτιμο τεκμήριο μνήμης για τις γενιές των Καστελοριζιών που άφησαν την πατρίδα τους αναζητώντας μια νέα ζωή στην άλλη άκρη του κόσμου.
Η Μαρία Μάρκου γεννήθηκε στο Καστελόριζο και σε νεαρή ηλικία βίωσε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της, όταν έχασε τον πρώτο της σύζυγο, ο οποίος σκοτώθηκε κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί.
Παρά τις δυσκολίες και τις ανατροπές της εποχής, η ζωή της έμελλε να πάρει νέα πορεία το 1921, όταν γνώρισε τον Κωνσταντίνο Μάρκο, έναν Έλληνα που είχε καταφύγει στο Καστελόριζο από τη Σμύρνη.
Οι δύο τους παντρεύτηκαν, και έναν χρόνο αργότερα, το 1922, πήραν τη μεγάλη απόφαση να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία. Εγκαταστάθηκαν στο Φιτζρόι της Μελβούρνης, μία από τις πρώτες γειτονιές που υποδέχθηκαν Έλληνες μετανάστες, όπου δημιούργησαν την οικογένειά τους και απέκτησαν τέσσερα παιδιά.
Όπως χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες τους, κουβάλησαν στις αποσκευές τους λίγα προσωπικά αντικείμενα, αλλά μια ολόκληρη πατρίδα στην καρδιά τους.
Ανάμεσα στα πολύτιμα κειμήλια που συνόδευσαν τη Μαρία στο νέο της ξεκίνημα βρισκόταν και η εντυπωσιακή καστελοριζιακή φορεσιά της. Ένα σύνολο που δεν ήταν απλώς ένδυμα, αλλά έκφραση ταυτότητας, κοινωνικής θέσης και πολιτισμού. Το συγκεκριμένο κομμάτι που διασώζεται σήμερα είναι το «κοντόχι» (ή κοντογούνι), ένα κοντό πανωφόρι από πράσινο βελούδο με κόκκινες λεπτομέρειες, κατασκευασμένο στο Καστελόριζο πριν από το 1920.
Το Καστελόριζο ήταν γνωστό για τις περίτεχνες και πολυτελείς γυναικείες φορεσιές του.
Η ενδυμασία των γυναικών αντανακλούσε όχι μόνο την οικογενειακή τους κατάσταση –αν ήταν αρραβωνιασμένες, παντρεμένες ή χήρες– αλλά και την οικονομική ευημερία των οικογενειών τους. Πολλοί άνδρες του νησιού ήταν καπετάνιοι, έμποροι και ναυτικοί, και ο πλούτος που αποκτούσαν αποτυπωνόταν στα μεταξωτά υφάσματα, στα χρυσά και ασημένια κεντήματα και στα πολύτιμα αξεσουάρ των γυναικών.
Η παραδοσιακή καστελοριζιακή φορεσιά αποτελούνταν από πολλά διαφορετικά μέρη: μεταξωτές βράκες, λευκό πουκάμισο, ζώνες με χρυσές και ασημένιες κλωστές, μεταξωτά σακάκια, βελούδινες γούνες διακοσμημένες με δαντέλες και γούνινα τελειώματα, μαντίλες από την Κίνα ή την Ισπανία και κοσμήματα που φοριούνταν με περηφάνια.
Ήταν μια φορεσιά που συνόδευε τη γυναίκα από τον αρραβώνα έως τα βαθιά γεράματα, αποτυπώνοντας την κοινωνική της διαδρομή και την πολιτιστική της κληρονομιά.
Σήμερα, η φορεσιά της Μαρίας Μάρκου αποτελεί μέρος της συλλογής του Μουσείου της Βικτώριας, χάρη σε δωρεά που πραγματοποιήθηκε το 1996 μέσω του Πολιτιστικού Προγράμματος Δωρεών της αυστραλιανής κυβέρνησης. Εκεί, ανάμεσα σε χιλιάδες αντικείμενα μεταναστευτικής ιστορίας, συνεχίζει να αφηγείται το ταξίδι μιας γυναίκας που έφυγε από το μικρό ακριτικό νησί του Αιγαίου και βρήκε μια νέα πατρίδα στη Μελβούρνη.
















