Στις 30 Ιανουαρίου του 2007 «έσβησε» ένας από τους τελευταίους αληθινούς σταρ που γέννησε ο ελληνικός κινηματογράφος. Ο Νίκος Κούρκουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών, μετά από άνιση μάχη με τον καρκίνο.
Όμως στη μεγάλη οθόνη, στο θέατρο και στη συλλογική μνήμη, θα παραμένει για πάντα νέος: σκληρός, ωραίος, αρρενωπός. Ο τελευταίος Έλληνας σταρ.
Γεννημένος στις 5 Δεκεμβρίου 1934, στην περιοχή του Ζωγράφου, ο Νίκος Κούρκουλος ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του Αλκίνοου Κούρκουλου, ενός κουρέα με καταγωγή από την Κέρκυρα.

Μεγάλωσε σε μια δεμένη και αγαπημένη οικογένεια, σε μια γειτονιά λαϊκή, με αρχές και αγώνα. Πριν ακόμα στραφεί στην υποκριτική, εργάστηκε σε διάφορες δουλειές για να βοηθήσει το σπίτι. Παράλληλα, πήγαινε στο νυχτερινό γυμνάσιο, αποφασισμένος να αποδείξει πως μπορεί να τα καταφέρει.
Το 1954, μάλιστα, αναδείχθηκε και πρωταθλητής Αθηνών ως ποδοσφαιριστής με τον Παναθηναϊκό, πριν πάρει –όπως έλεγε ο ίδιος– σχεδόν από σύμπτωση, την απόφαση να γίνει ηθοποιός. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στο πλευρό του Μάνου Κατράκη, και αποφοίτησε το 1958. Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση έγινε στο έργο Η κυρία με τις καμέλιες με το θίασο Λαμπέτη-Χορν τη σεζόν 1958-59.

Πίσω, όμως, από τον λαμπερό πρωταγωνιστή, υπήρχε μια ζωή βαθιά σημαδεμένη από τραγωδίες. Το 1952 και ενώ ο Νίκος Κούρκουλος ήταν μόλις 18 χρονών παλικάρι, η οικογένεια Κούρκουλου βίωσε την πρώτη ανείπωτη απώλεια. Ο πρωτότοκος γιος, Σπύρος Κούρκουλος, απόφοιτος της Σχολής Εμποροπλοιάρχων και τρίτος πλοίαρχος σε γκαζάδικο, χάθηκε για πάντα όταν το πλοίο του χτυπήθηκε από τυφώνα ανοιχτά της Βενεζουέλας και κόπηκε στα δύο.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, αρχικά σχεδόν όλοι σώθηκαν.
Ο καπετάνιος πήρε μαζί του σε μια βάρκα τους πλοιάρχους και τους δύο μηχανικούς, όμως η βάρκα ξεβράστηκε αργότερα σε ακτή της Βενεζουέλας με μοναδικό εύρημα το άψυχο σώμα του καπετάνιου. Οι υπόλοιποι δεν βρέθηκαν ποτέ. Όταν η οικογένεια πληροφορήθηκε τα δυσάρεστα, κατέρρευσε. Η μητέρα του, Αυξεντία, δεν αποδέχτηκε ποτέ το θάνατο του παιδιού της. Το γεγονός ότι το σώμα του δεν βρέθηκε, κράτησε ζωντανή μέσα της μια άσβεστη ελπίδα. Καθημερινά περίμενε να ανοίξει η πόρτα και να τον δει μπροστά της, μιλώντας για εκείνον σαν να ήταν ζωντανός.

Ο Νίκος Κούρκουλος συγκλονίστηκε βαθιά από τον χαμό του αδελφού του, με τον οποίο είχε μικρή διαφορά ηλικίας και ισχυρό δεσμό. Παρ’ όλα αυτά, δεν μίλησε ποτέ δημόσια για αυτή την οικογενειακή τραγωδία. Άλλωστε, εκείνη την εποχή ο Τύπος διατηρούσε διακριτική στάση απέναντι στην προσωπική ζωή των καλλιτεχνών.
Μόνο το 1998, σε συνέντευξή του στον Θανάση Λάλα, άνοιξε ένα μικρό παράθυρο στην ψυχή του, μιλώντας για τον μεγάλο του αδελφό και τη σχέση τους: «Ήμουν το δεύτερο παιδί. Το νούμερο που –έτσι πιστεύω– είναι το πιο δυνατό τις περισσότερες φορές… Τι ανόητος που ήμουν τότε, Θεέ μου, και πόσο άδικος». Ακόμα κι εκεί, όμως, δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στον τραγικό χαμό του Σπύρου.
Η μοίρα, ωστόσο, δεν είχε τελειώσει με την οικογένεια Κούρκουλου. Χρόνια αργότερα, ήρθε και δεύτερο χτύπημα. Ο τρίτος γιος της οικογένειας, μηχανικός και απόφοιτος του Πολυτεχνείου, σκοτώθηκε όταν έπεσε από την ταράτσα οικοδομής την ώρα που μετρούσε τούβλα μαζί με τους εργάτες. Η οικογένεια υπέμεινε και αυτή την απώλεια σιωπηλά, χωρίς δημοσιότητα, παρότι ο Νίκος ήταν ήδη διάσημος.
Λέγεται πως η εσωτερική αυτή φόρτιση βρήκε διέξοδο στην τέχνη του. Στην ταινία Ορατότης μηδέν, στη σκηνή όπου καίει τα υπάρχοντά του έξω από το σπίτι, πολλοί πίστεψαν ότι η ένταση της ερμηνείας του αντλούσε δύναμη από τις προσωπικές του μνήμες. Η σκηνή με το τραγούδι του Μίμη Πλέσσα και τη φωνή του Στράτου Διονυσίου έμεινε στην ιστορία. Ίσως γιατί για τον Κούρκουλο, ο πόνος που έπρεπε να βγάλει στη συγκεκριμένη σκηνή δεν ήταν θέμα υποκριτικής δεινότητας αλλά τον βίωνε πραγματικά.
Πώς γυρίστηκε η σκηνή με τη θρυλική ατάκα «Όχι άλλο κάρβουνο»
Ο σκηνοθέτης Νίκος Φώσκολος είχε διηγηθεί την εξής ιστορία: «Γυρίζουμε το Ορατότης μηδέν. Θα θυμάστε, βέβαια, τη σκηνή που λέει “Όχι άλλο κάρβουνο”, ο πρωταγωνιστής, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης από το Λιμενικό. Νομίζω πως ήταν από τις πιο δύσκολες σκηνές στην καριέρα του Νίκου Κούρκουλου, γιατί ήταν ένας τεράστιος μονόλογος, μετά την ανάκριση, που πέφτει σε μια συγκίνηση η οποία κορυφώνεται με το πώς έγινε η έκρηξη, στο καζάνι.
»Πριν από το γύρισμα, επειδή είχε δυσκολίες για τον ηθοποιό η σκηνή, λοιπόν, έχω πάει στο καμαρίνι του Νίκου και τα ξαναλέμε. Ξεκινάμε γύρισμα σε ένα παλιό εργοστάσιο, ένα ξυλουργείο, κάπου στους Αγίους Αναργύρους, όπου δεν υπήρχαν τα συστήματα που δουλεύουμε στα στούντιο, τα κόκκινα φώτα, τα “προσοχή” και τα λοιπά. Από μένα, η σκηνή είναι εύκολη. Κάνω τράβελινγκ, είμαι πάνω στο πρόσωπο του Νίκου, και τον ζυγώνω κατά τη διάρκεια της σκηνής, ώσπου ακούγονται οι εκρήξεις.
»Ο Νίκος, όπως πάντα, επιδιώκει να δώσει το τέλειο. Καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια και είναι απόλυτα συγκεντρωμένος. Τελειώνει η ανάκριση, ολοκληρώνεται ο διάλογος και φτάνει στον εξαιρετικά δύσκολο μονόλογό του. Ξεκινάει από χαμηλά, ανεβαίνει, ανεβαίνει, είναι σε έξαρση όλος –με μια ανάσα όλο αυτό– σε ένα μόλις πλάνο, ιδρωμένος, βουρκωμένος, με τις φλέβες στο πρόσωπό του να σφίγγονται, φτάνει στο τέλος, όταν… ένας τεχνικός γυρίζει από το μπαρ, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα! Έτριξε η πόρτα. Δεν το πήρε το μικρόφωνο και δεν το έγραψε ο φακός και δεν το άκουσα κι εγώ.
»Το άκουσε, όμως, ο Νίκος που απ’ την ένταση της σκηνής, ξέσπασε σε κλάματα και έτρεξε στο “κελί” του, δηλαδή στο καμαρίνι του, που ήταν τόσο μικρό ώστε να το αποκαλώ “κελί”.
»Μια ώρα τουλάχιστον προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να το ξανακάνει. Και φυσικά το έκανε και το αποτέλεσμα το είδαμε όλοι! Σκληρός εργάτης, τελειομανής. Παθιασμένος. Σκληρός στη δουλειά και με τον εαυτό του πιο σκληρός. Ένα αληθινό παλικάρι….».
Και ο ίδιος ο Νίκος Κούρκουλος, ξεχώριζε αυτή την ταινία του –ιδιαίτερα, δε τον μονόλογό του, όπου, όπως έλεγε «έφυγα από τον εαυτό μου… Δεν ήμουν ο Νίκος –ήμουν ο ήρωας του έργου, ήταν μια από τις στιγμές που θυμάμαι έντονα». Είχε ταυτιστεί τόσο πολύ με τον ήρωα που –όπως λίγοι ίσως γνωρίζουν – είχε γυρίσει τη σκηνή της διάσωσής του με ελικόπτερο, από το σημείο όπου υποτίθεται ότι είχε ναυαγήσει το πλοίο, μόνος του. Χωρίς κασκαντέρ.
«Είχαν ακροβολιστεί πέντε κάμερες με τηλεφακούς σε σκάφη, γύρω από το μέρος στο οποίο θα έπεφτα. Ο καπετάνιος του λιμενικού που με μετέφερε στον χώρο όπου θα γινόταν το γύρισμα, μου είπε πως είναι επικίνδυνο να πέσω σε εκείνο το σημείο γιατί από εκεί περνούσαν πλοία που πετούσαν φαγητά στη θάλασσα και μαζεύονταν σκυλόψαρα. Εγώ δεν ήμουν κασκαντέρ, ούτε λοκατζής για να κάνω τέτοια σκηνή.
»Έπεσα λοιπόν στη θάλασσα, ήρθε το ελικόπτερο αλλά η δίνη που δημιουργούσε ο έλικάς του στο νερό σου τρύπαγε το πρόσωπο. Κατάφερα να πιαστώ στο σχοινί, με ανέβασε το ελικόπτερο και έγινε το πλάνο. Γυρίσαμε τη σκηνή τρεις φορές», είχε περιγράψει ο ηθοποιός.
Ένας αντιστάρ
Ο Νίκος Κούρκουλος δεν αγαπούσε πολύ τις συνεντεύξεις. Ήξερε όμως πως η δουλειά του έχει μία παραπάνω εξωστρέφεια και πού και πού μιλούσε στους δημοσιογράφους, των οποίων τη δουλειά σεβόταν απόλυτα. Το 1979 και ενώ είχε γράψει ήδη ιστορία με τους ρόλους που είχε αναλάβει στη μεγάλη οθόνη, είχε δώσει συνέντευξη στην εκπομπή Παρασκήνιο και στη Σούλα Αλεξανδροπούλου. Το επεισόδιο περιλάμβανε ένα εκτενές απόσπασμα από τις πρόβες της παράστασης Πρόσκληση στον πύργο του Zαν Ανουίγ, η οποία είχε ανέβει την περίοδο 1978-1979 στο Θέατρο Κάππα με πρωταγωνιστές τους Νίκο Κούρκουλο και Κάτια Δανδουλάκη.
Η καριέρα του στο θέατρο όπως και στον κινηματογράφο υπήρξε εξίσου τεράστια. Από τον Κατήφορο και την Οργή, μέχρι το Ορατότης μηδέν και Το χώμα βάφτηκε κόκκινο, καθιερώθηκε ως ζεν-πρεμιέ αλλά και ως πρωταγωνιστής κοινωνικών και πολεμικών δραμάτων. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τιμήθηκε δύο φορές με το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου.
Η «έξοδός» του στο θέατρο ήταν σχεδόν κινηματογραφική, όπως ο ίδιος είχε αφηγηθεί στον Θανάση Λάλα το 1998, περιγράφοντας την απίστευτη σύμπτωση που τον έφερε να αντικαταστήσει πρωταγωνιστή μέσα σε μια γεμάτη παράσταση, γεγονός που άλλαξε για πάντα την πορεία του.
Λατρεία στα παιδιά του
Σε ό,τι αφορούσε την προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε το 1966 τη Μελίτα Κουτσογιάννη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Άλκη και τη Μελίτα.

Αργότερα, στη ζωή του μπήκε η Μαριάννα Λάτση, ο μεγάλος και τελευταίος έρωτάς του, όπως ο ίδιος είχε περιγράψει: «Κάνω έτσι και παγώνω… Ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες και αυτό ήταν». Μαζί της απέκτησε την Εριέττα και τον Φίλιππο. Η τελευταία μεγάλη αγάπη του ήταν η εγγονή του, Αμαλία.

Το 2001 διαγνώστηκε με καρκίνο στο ρινοφάρυγγα. Παρά την ασθένεια, συνέχισε να αγωνίζεται για το Εθνικό Θέατρο, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος και καλλιτεχνικός διευθυντής, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα και φέρνοντας πολλές καινοτομίες στο χώρο.
Ο Νίκος Κούρκουλος κηδεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 στο νεκροταφείο Ζωγράφου, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Κι όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, παραμένει ο άντρας-σύμβολο, ο Έλληνας που δεν χρειάστηκε ποτέ ξενόφερτα πρότυπα για να γίνει θρύλος.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















