Στην Κωνσταντινούπολη της οθωμανικής περιόδου, μια πόλη «τάξης και αυστηρού ελέγχου», χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν στο περιθώριο ή στα όρια της νομιμότητας. Φτωχοί μετανάστες, ανειδίκευτοι εργάτες, υπηρέτες, Ρομά, πόρνες, ζητιάνοι και ψυχικά ασθενείς ήταν συνεχώς υπό έλεγχο τόσο από τα όργανα της τάξης όσο από τους απλούς πολίτες που είχαν τον ρόλο πληροφοριοδότη.
Το ποινικό σύστημα, συνδυασμός ισλαμικού (şeriat) και κοσμικού δικαίου (kânûn), διαχώριζε τα εγκλήματα σε εκείνα κατά της θρησκείας (π.χ. παράνομη συνουσία ή κλοπή), τα οποία διώκονταν αυτεπάγγελτα και με καθορισμένες ποινές, και σε «ιδιωτικά» εγκλήματα, τα οποία θεωρούνταν αντιδικίες του δράστη με το θύμα ή τους συγγενείς του (όπως η ανθρωποκτονία ή η σωματική βλάβη).
Στην πράξη όμως, η κρατική εξουσία παρενέβαινε και στις δύο περιπτώσεις, επιβάλλοντας χρηματικές, σωματικές ή εξοριστικές ποινές. Για όσους βρίσκονταν χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία, αυτό το σύστημα σήμαινε συχνά μεγαλύτερη έκθεση στην καταστολή.
Η διατήρηση της τάξης στην Πόλη δεν διασφαλιζόταν μόνο από ανώτερους αστυνομικούς ή άλλους αξιωματούχους. Από τον καϊμακάμη και το σούμπαση μέχρι τον αγορανόμο (muhtesib) και τον αρχηγό της αστυνομίας (asesbaşı), όλοι μπορούσαν να επιβάλλουν ποινές. Το δικαστικό σύστημα επέβαλλε χρηματικές και σωματικές ποινές (θάνατο, φυλάκιση, κάτεργο, εξορία). Επιπροσθέτως οι ίδιες οι συνοικίες λειτουργούσαν ως «χώροι επιτήρησης»: ιμάμηδες, ιερείς και κάτοικοι μετατρέπονταν σε άτυπους φύλακες της ηθικής, καταγγέλλοντας «ύποπτους», «ανήθικους» ή απλώς ανεπιθύμητους γείτονες.
Ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία ήταν οι φτωχοί μετανάστες από την ύπαιθρο, οι λεγόμενοι çift bozan ή «χαλαστές του ζευγαριού» (εντός της πρωτεύουσας συναντούμε και την ονομασία manav), που εγκατέλειπαν τη γη τους και κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη αναζητώντας εργασία.
Αυτό το είδος μετανάστευσης –παράνομο από τη στιγμή που ο «ζευγαροχαλαστής» δεν άφηνε κάποιον στη θέση του ή δεν πλήρωνε τον αντίστοιχο φόρο– αυξήθηκε δραματικά στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα, εξαιτίας της αγροτικής και πολιτικής κρίσης της περιόδου, και άσκησε ισχυρές πιέσεις στην οικονομία της πρωτεύουσας.
Ο μεγάλος όγκος αυτών των ανθρώπων φαίνεται να προέρχεται από τη μουσουλμανική ύπαιθρο της Μικράς Ασίας, δε λείπουν όμως και αναφορές σε χριστιανούς από την Αλβανία ή τον ελλαδικό χώρο, ιδίως σε εξειδικευμένους εργάτες που δούλευαν σε διάφορα «μεγάλα έργα» της εποχής. Όπως φαίνεται, διέμεναν στους ξενώνες των βακουφιών, στα χάνια και σε ενοικιαζόμενα δωμάτια για εργένηδες, ενώ ενίοτε φαίνεται πως κοιμούνταν σε καταστήματα, όπου προφανώς εργάζονταν, κάτι που απαγορεύτηκε επανειλημμένα.
Στο ίδιο γκρίζο κοινωνικό τοπίο κινούνταν μικροπωλητές εκτός συντεχνιών, άνεργοι, υπηρέτες και δούλοι. Οι τελευταίοι εμφανίζονται συχνά στις πηγές να εμπλέκονται σε μικροεγκλήματα, γεγονός που αντανακλά λιγότερο την «ηθική τους» και περισσότερο τη δομική τους αδυναμία. Οι μικροτεχνίτες και έμποροι, από την άλλη, δεν ήταν πάντα παθητικοί υπήκοοι: συμμετείχαν σε εξεγέρσεις και κοινωνικές αναταραχές, διεκδικώντας χώρο και φωνή μέσα στην πόλη.
Ιδιαίτερη θέση στο περιθώριο κατείχαν οι Ρομά, που ζούσαν κυρίως κοντά στα τείχη ή σε ανοιχτούς χώρους. Αν και η θέση τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν συχνά καλύτερη από ό,τι σε πολλές ευρωπαϊκές περιοχές, αντιμετωπίζονταν με καχυποψία και περιφρόνηση από την ελίτ, ιδίως λόγω του νομαδικού τρόπου ζωής τους.
Οι Ρομά αναγράφονταν συχνά παράτυπα στους «παρείσακτους» των καταλόγων των γενίτσαρων.
Παρά τις περιστασιακές διώξεις, δεν αποκλείονταν πλήρως από την κοινωνική ζωή, γεγονός που αποκαλύπτει τα ρευστά όρια του οθωμανικού «περιθωρίου».

Γυναικεία και ανδρική πορνεία
Η εγκληματικότητα, όπως προκύπτει από τις πηγές, δεν αποτελούσε μονοπώλιο κάποιας ομάδας. Οι κλοπές συνδέονταν κυρίως με τους φτωχότερους –συχνά γυναίκες, υπηρέτες ή δούλους– ενώ τα βίαια εγκλήματα αποδίδονταν συχνότερα σε στρατιωτικούς ή τεχνίτες. Η πορνεία, γυναικεία και ανδρική, κινούνταν σε ένα πεδίο ηθικής ασάφειας: το κράτος ενδιαφερόταν περισσότερο για τον έλεγχο των προαγωγών παρά για την τιμωρία των ίδιων των εκδιδόμενων, οι οποίοι συχνά απλώς μετακινούνταν σε άλλη συνοικία.
Μπορούν να ανιχνευθούν τέσσερα μοντέλα εταιρισμού:
- πόρνες που χρησιμοποιούσαν το σπίτι τους, συνήθως διαζευγμένες ή χήρες
- φτωχότερες κοπέλες που εκδίδονταν σε δρόμους, ταβέρνες και άλλους δημόσιους χώρους
- μαστρωποί, συνήθως γυναίκες, που χρησιμοποιούσαν ως πορνεία τα σπίτια τους
- δουλέμποροι που ενοικίαζαν σκλάβες με εικονικές πωλήσεις, διαδικασία η οποία απαγορεύεται επανειλημμένα από το κράτος.
Παρόμοια μοντέλα ισχύουν και για την ανδρική πορνεία, συχνά στενά συνδεδεμένη με τον κόσμο των «παιδιών της πόλης» όπως περιγράφηκε παραπάνω.
Παράφρονες και ζητιάνοι: Το «αποδεκτό περιθώριο»
Ο ισλαμικός νόμος έδινε στους ψυχικά ασθενείς κάποια δικαιώματα και τους στερούσε κάποια άλλα, με βασικό σκοπό την προστασία τους.
Ο τρελός ανήκε σε μια αμφίσημη περιοχή της κοινωνίας και η εικόνα του μπορούσε να πάρει διάφορες αποχρώσεις σεβασμού, φόβου ή περιφρόνησης: «άγιοι τρελοί» αφθονούσαν στην οθωμανική κοινωνία (όπως και στη βυζαντινή ή εκείνη της μεσαιωνικής Ευρώπης), όντας το αντικείμενο σεβασμού ακόμα και υψηλών αξιωματούχων ή ουλεμάδων.
Στην πράξη, ωστόσο, ο παράφρων αντιμετωπιζόταν συνηθέστερα ως πάσχων, δίχως να δαιμονοποιείται· αυτό μαρτυρεί η περιστασιακή περίθαλψή του σε νοσοκομεία, χωρίς την ύπαρξη χωριστών ιδρυμάτων όπως τα φρενοκομεία της ευρωπαϊκής Δύσης. Τα ίδια ισχύουν λίγο πολύ για τους λεπρούς ή τους ανάπηρους· εν γένει το Ισλάμ δεν έχει την αυστηρή διχοτόμηση μεταξύ σώματος και πνεύματος, κάτι που συνεπώς δυσκόλευε τη σύνδεση των σωματικών ελαττωμάτων με την έννοια της αμαρτίας.
Οι ζητιάνοι, από την άλλη μεριά, γίνονταν πλήρως αποδεκτοί στο ιδεολογικό επίπεδο, καθώς η ελεημοσύνη αποτελεί κομβική έννοια στην ισλαμική θρησκεία.
Στην πράξη ωστόσο οι «επαγγελματίες ζητιάνοι» βρίσκονταν κάτω από το στενό έλεγχο του οθωμανικού κράτους: εντάσσονταν σε ιδιαίτερη συντεχνία και εφοδιάζονταν με ειδικά πιστοποιητικά (tezkere), ενώ οι αρχές έκαναν κατά καιρούς εκκαθαρίσεις στις τάξεις τους, εκδιώκοντας απατεώνες. Συχνότερες είναι οι αναφορές σε μη μουσουλμάνους ζητιάνους, πιθανόν επειδή οι μουσουλμάνοι είχαν μεγαλύτερη πρόσβαση σε ιδρύματα πρόνοιας και σε δίκτυα αλληλοβοήθειας, όπως εκείνα των δερβισικών αδελφοτήτων.
Η Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, δεν ήταν απλώς μια πόλη τάξης και πειθαρχίας. Ήταν και μια πόλη όπου το περιθώριο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής –άλλοτε ανεκτό, άλλοτε διωκόμενο, πάντα όμως παρόν.
• Πηγή: Σαρηγιάννης Μαρίνος, «Περιθωριακές ομάδες στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.
Διαβάστε ακόμη:
![Εικόνα από την Κωνσταντινούπολη επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (πηγή: Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη/ Travelogues/ WALSH, Robert/ALLOM, Thomas. Constantinople and the Scenery of the Seven Churches of Asia Minor illustrated. In a Series of Drawings from Nature by Thomas Allom. With an historical account of Constantinople, and descriptions of the plates, by the Rev. Robert Walsh..., Λονδίνο/Παρίσι, Fisher, Son & Co. [1836-38])](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/Constantinople-Seven-Churches-Mikra-Asia-750x476.jpg)










![Εικόνα από την Κωνσταντινούπολη επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (πηγή: Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη/ Travelogues/ WALSH, Robert/ALLOM, Thomas. Constantinople and the Scenery of the Seven Churches of Asia Minor illustrated. In a Series of Drawings from Nature by Thomas Allom. With an historical account of Constantinople, and descriptions of the plates, by the Rev. Robert Walsh..., Λονδίνο/Παρίσι, Fisher, Son & Co. [1836-38])](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/Constantinople-Seven-Churches-Mikra-Asia-120x86.jpg)




