Κάθε χρόνο στις 27 Μαΐου, χιλιάδες πιστοί από κάθε γωνιά της Ελλάδας φτάνουν στο Νέο Προκόπι της Εύβοιας για να προσκυνήσουν το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου. Για πολλούς είναι ένας θαυματουργός άγιος.
Για τους απογόνους όμως των προσφύγων της Καππαδοκίας είναι κάτι πολύ βαθύτερο: ένας ζωντανός δεσμός με τις αλησμόνητες πατρίδες.
Η ιστορία του Ιωάννη του Ρώσου δεν αφορά μόνο την πίστη και τα θαύματα. Είναι άρρηκτα δεμένη με τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Καππαδοκίας, τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη δύσκολη διαδρομή των προσφύγων προς μια νέα ζωή στην Ελλάδα. Και ίσως αυτό να είναι που κάνει το προσκύνημα στο Νέο Προκόπι τόσο ξεχωριστό: εκεί δεν σώθηκε μόνο ένα ιερό σκήνωμα, αλλά και η μνήμη μιας ολόκληρης κοινότητας.

Πώς προέκυψε το «Ιωάννης ο Ρώσος»
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε περίπου το 1690 στην περιοχή της σημερινής Ουκρανίας· υπηρέτησε στο στρατό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1710-1711.
Όταν αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς και μεταφέρθηκε ως δούλος στο Προκόπι της Καππαδοκίας, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να τον αποκαλούν «ο Ρώσος», λόγω της καταγωγής και της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Έτσι έμεινε στην εκκλησιαστική και λαϊκή παράδοση ως Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο Ομολογητής.
Στο Προκόπι έζησε ως δούλος σε σπίτι Οθωμανού αξιωματικού. Σύμφωνα με την παράδοση, κοιμόταν μέσα σε στάβλο μαζί με τα ζώα, νήστευε, προσευχόταν αδιάκοπα και αρνήθηκε να εξισλαμιστεί, παρά τις πιέσεις και τα βασανιστήρια.
Η φήμη της ασκητικής ζωής και των θαυμάτων του εξαπλώθηκε γρήγορα όχι μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους μουσουλμάνους της περιοχής.
Μετά την κοίμησή του, στις 27 Μαΐου 1730, το σκήνωμά του παρέμεινε στο Προκόπι και έγινε επίκεντρο λαϊκού προσκυνήματος σε ολόκληρη την Καππαδοκία, το Ικόνιο και την Άγκυρα. Οι Οθωμανοί τον αποκαλούσαν «κουλέ Γιουβάν», δηλαδή «ο αιχμάλωτος Ιωάννης».
Η Καππαδοκία λίγο πριν από τον ξεριζωμό
Η ιστορία του αγίου ενώθηκε οριστικά με την προσφυγιά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λοζάνης. Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία με κριτήριο το θρήσκευμα αποτέλεσε το τελευταίο βίαιο κεφάλαιο ενός δεκαετούς κύκλου διώξεων και εκτοπισμών που είχε πλήξει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης.
Οι Καππαδόκες αποτελούν μια από τις λιγότερο γνωστές περιπτώσεις αυτού του ξεριζωμού.
Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σε άλλες περιοχές του μικρασιατικού ελληνισμού, δεν βίωσαν στον ίδιο βαθμό τις μαζικές σφαγές και την ακραία βία. Ωστόσο, η ανταλλαγή πληθυσμών τούς υποχρέωσε να εγκαταλείψουν βίαια τις πατρογονικές τους εστίες, παρότι πολλοί διαβιούσαν ακόμη σε σχετικά ανεκτές συνθήκες.

Το σοκ ήταν τεράστιο. Οι άνθρωποι έλαβαν ειδοποίηση από τις Επιτροπές Ανταλλαγής ότι έπρεπε να φύγουν μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αφήνοντας πίσω εκκλησίες, σπίτια, περιουσίες και τάφους αιώνων.
Από το Προκόπι της Καππαδοκίας στο Νέο Προκόπι Ευβοίας
Το Προκόπι(ο) της Καππαδοκίας απείχε περίπου 60 χιλιόμετρα από την Καισάρεια και αριθμούσε περίπου 4.000 Έλληνες και 10.000 Τούρκους κατοίκους. Κέντρο της ελληνικής κοινότητας ήταν ο μεγαλοπρεπής ναός του αγίου, χτισμένος στη συνοικία όπου βρισκόταν ο τάφος του.
Οι Έλληνες του Προκοπίου αναχώρησαν στις 22 Σεπτεμβρίου 1924. Μετά από τριήμερη πορεία έφτασαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ουλάκισλα και από εκεί μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Μερσίνας. Επιβιβάστηκαν στα ατμόπλοια «Παντελής» και «Βασίλειος Δεστούνης» και, ύστερα από πέντε ημέρες ταξιδιού, αποβιβάστηκαν στον Πειραιά.
Μαζί τους είχαν το ιερό σκήνωμα. Ήταν ίσως το σημαντικότερο κειμήλιο που κατάφεραν να διασώσουν – πιο πάνω και από τα προσωπικά τους αντικείμενα.

Ακολούθησε προσωρινή εγκατάσταση στη Σκύρο και κατόπιν στη Χαλκίδα, όπου πραγματοποιήθηκε η επίσημη μετακομιδή του σκηνώματος παρουσία του μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγορίου και των τοπικών αρχών.
Τελικά, οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αχμέτ Αγά της βόρειας Εύβοιας, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Νέο Προκόπι. Έφτασαν εκεί στις 11 Απριλίου 1925.
Το χωριό αριθμούσε τότε μόλις 60-70 οικογένειες. Μέσα σε λίγα χρόνια οι πρόσφυγες άλλαξαν πλήρως την εικόνα της περιοχής. Έφεραν μαζί τους την ταπητουργία, τη λιθοτεχνία, την ξυλουργική αλλά και νέες μεθόδους καλλιέργειας. Κυρίως όμως έφεραν τη μνήμη της Καππαδοκίας.
Το προσκύνημα που έγινε σύμβολο μνήμης
Αρχικά, το σκήνωμα τοποθετήθηκε στον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου παρέμεινε μέχρι τις 27 Μαΐου 1951.
Ο μεγαλοπρεπής ναός του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου εγκαινιάστηκε τελικά στις 21 Σεπτεμβρίου 1969 και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα.
Στην ασημένια λάρνακα όπου φυλάσσεται το σκήνωμα υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωή και τα θαύματα του αγίου. Στο ναό φυλάσσονται ακόμη εικόνες και κειμήλια από την Καππαδοκία. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η αρχαιότερη γνωστή εικόνα του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου, η οποία χρονολογείται περίπου στα 1790.
Σημαντικά κειμήλια της προσφυγικής κοινότητας φιλοξενούνται επίσης στο Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού Προκοπίου Ευβοίας.
Μέχρι σήμερα, για τους Καππαδόκες πρόσφυγες ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος δεν είναι απλώς ένας προστάτης, αλλά ο σύνδεσμος ανάμεσα στην παλιά και τη νέα πατρίδα, η απόδειξη ότι μέσα στην προσφυγιά δεν χάθηκε η ταυτότητα.
















