Με τον δικό του συγκλονιστικό τρόπο, ο Φώτης Κόντογλου τίμησε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο το 1943, γράφοντας ένα κείμενο συγκινητικό, ένα πορτρέτο του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα που «εσήκωσεν απάνω του τα κρίματα του λαού του, και αντί κορώναν εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον».
Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κιβωτός (τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 1953), και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Η πονεμένη Ρωμιοσύνη.
Αποσπάσματα μοιράστηκαν στο facebook οι απόγονοί του, στη σελίδα «Fotis Kontoglou Original – Φώτη Κόντογλου Αρχείο», στην οποία διατηρούν άσβεστη τη μνήμη και το έργο του σπουδαίου Μικρασιάτη.

Ετούτος ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος όπου θέλω να ιστορήσω δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονεμένος και δοξασμένος εις την ζωήν του, αλλά ήταν ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος.
Όσες ημέρες έζησε εις τον κόσμον ψωμί ειρηνεμένον δεν έφαγε.
Φαρμάκι ήτον το νερό όπου έπινε. Ήλθεν εις τον κόσμον εις καιρόν φουρτουνιασμένον, για να γίνει βασιλέας απάνω εις ένα έθνος όπου ευρισκότανε εις αγωνίας και αγώνα ακατάπαυστον από τότε όπου επλάθη η οικουμένη και ήτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο από ανατολή και δύσιν. Και αυτός ήτον ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, κι εσήκωσεν απάνω του τα κρίματα του λαού του και αντί κορώναν εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον. Τριμμένη και παλαιά ήτον η χλαμύδα του η βασιλική, τεταπεινωμένον το σκήπτρον του. Θλιμμένον ήτον το πρόσωπό του, ταπεινόν το σχήμα του. Ωσάν τροπάρια ήσαν τα λόγια του. Με τα άρματα ανετράφη πλην ομοίαζε ωσάν άγιος. Όθεν συναξάρι θα ήτο πρέπον να ταιριάξει τινάς δι’ αυτόν κι όχι ιστορίαν βασιλικήν. […]

Δι’ αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτο μονάχα η δοξασμένη πόλις όπου εβασίλευσε χίλιους χρόνους επάνω εις την οικουμένην, αλλά και η σεβάσμια Κιβωτός της Χριστιανοσύνης και της Ορθοδοξίας όπου εφύλαξε μέσα εις τα μυστικά αμπάρια της τα δόγματα της αμωμήτου θρησκείας μας και κάθε λογής αγιασμένην τέχνην και σοφίαν. Και αφού τα έδωσε όλα δι’ αυτήν όσο ήτο ζωντανός χωρίς να κρατήσει καμίαν χαράν δια τον εαυτόν του, τελευταίαν πλέον έδωσε και τη ζωήν του, όπου ήτο το πλέον ολίγον, διότι αποθαίνοντας εξεκούρασε το δύστυχον κορμί του και η ψυχή του επήγε εις την αγκάλην του Χριστού όπου είπεν: «Δεύτε παντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγω αναπαύσω υμάς».

Με όσα κι αν έκανε δεν μπόρεσε να γλιτώσει από ό,τι είχε γραμμένον ο Θεός δια το έθνος μας. Εσκοτώθη πολεμώντας εις την καστρόπορταν του Ρωμανού εις τας 20 Μαΐου 1453 το πρωί, εβγαίνοντας ο ήλιος. Ην δε πάσα η ζωή του αοιδήμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρεις και ημέρες είκοσιν.
Ποιος έχει μαρμαρένιαν καρδίαν δια να μην κλάψει; Σφουγγίζω τα μάτια μου και στρέφω και κοιτάζω την θάλασσαν. Πέρα θαμποφαίνονται μέσα εις το άχνισμα του πελάγους τα βουνά και οι κάβοι της Ανατολής.
Εις εκείνα τα μέρη εγεννήθη ετούτος ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος, εκεί εγεννήθηκα κι εγώ. Κι αν ήταν τινάς παρών εδώ όπου κάθομαι θα έβλεπε πως ετούτο το χαρτί όπου γράφω είναι βρεμένο από τα δάκρυα όπου σμίγουν με το μελάνι. Όπου πας και όπου σταθείς βλέπεις παλαιά θεμέλια και μνημούρια και κόκαλα.

Εις τα γκρεμνισμένα κάστρα κείτονται ακόμα ένα σωρό βαρειά κανόνια, πράσινα από την σκουριάν, μάσκουλα και τόπια είναι πεταγμένα εδώ κι εκεί. Οι μαρμαρένιες μπάλες, τα τοπούζια, οι ατριβόλοι στέκονται σωριασμένα μέσα εις τα φλισκούνια και τα απήγανα και οι σαύρες περπατούνε απάνω τους και άλλα πάλι κείτονται αναιώνια εις το κύμα της ακροθαλασσιάς.
Αίμα και δάκρυα τρέφουνε τα χορτάρια της γης κι ένας βουβός θρήνος ανεβαίνει από τα αμέτρητα κιβούρια.
Ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκεται και το κιβούρι του Κωνσταντίνου, ένας λάκκος χορταριασμένος, ταπεινός ωσάν κι εκείνον, πλην κανένας δεν γνωρίζει εις ποιο μέρος είναι θαμμένο το σκήνωμά του. Ως τόσον εις όλην την Ανατολήν τον μοιρολογούν από την ημέραν όπου εσκοτώθη έως την σήμερον. Ποίος άλλος άνθρωπος εθρηνήθηκε και μοιρολογήθηκε πεντακόσια χρόνια και θα μοιρολογιέται εις τον αιώνα;
Ναι, αυτός ο ταπεινός, ο υπομονετικός, ο πράος, ο πολυαγαπημένος, διότι εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος.
















