Ο Μαρκιανός (περ. 392 – 26 Ιανουαρίου 457) υπήρξε αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντίου, από το 450 έως το θάνατό του και θεωρείται από τις πλέον καθοριστικές φυσιογνωμίες του 5ου αιώνα. Η βασιλεία του, αν και σύντομη, σηματοδότησε το τέλος μιας μακράς περιόδου πολιτικής αδυναμίας, στρατιωτικής υποτέλειας και οικονομικής αιμορραγίας, ενώ άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα και στη θεολογική ιστορία του Χριστιανισμού.
Από την αφάνεια στον θρόνο
Ο Μαρκιανός γεννήθηκε στη Θράκη (ή την Ιλλυρία σύμφωνα με άλλες πηγές) και προερχόταν από ταπεινή στρατιωτική οικογένεια. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του γνωρίζουμε ελάχιστα. Υπηρέτησε στο στρατό και αναδείχθηκε χάρη στις ικανότητές του, φθάνοντας να υπηρετεί ως δομέστικος (διοικητής στρατιωτικής μονάδας) υπό τον ισχυρό στρατηγό Άσπαρ.
Δεν ανήκε σε αυτοκρατορική δυναστεία, ούτε θεωρούνταν εξαρχής φαβορί για το θρόνο.
Η απροσδόκητη άνοδός του ήρθε μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’ το καλοκαίρι του 450. Έπειτα από διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων, η αυτοκρατορική εξουσία πέρασε στον Μαρκιανό, ο οποίος νομιμοποιήθηκε πολιτικά μέσω γάμου με την Πουλχερία, αδελφή του Θεοδόσιου. Στις 25 Αυγούστου 450 στέφθηκε αυτοκράτορας με το όνομα Καίσαρ Φλάβιος Μαρκιανός Αύγουστος.
Η συμφωνία για την ερωτική ζωή με την Πουλχερία
Η συμφωνία για να γίνει ο γάμος, ήταν μία και απαράβατη. Η Πουλχερία δέχτηκε να γίνει ο συγκεκριμένος γάμος με την προϋπόθεση ότι θα τηρούνταν μαζί του ο όρκος παρθενίας που είχε κάνει σε ηλικία 14 ετών (το 413 μ.Χ.). Έτσι, τα τρία χρόνια που ήταν παντρεμένη με τον Μαρκιανό δεν προχώρησε σε ερωτική επαφή μαζί του και μάλλον δεν ενόχλησε ούτε εκείνον μια τέτοια προϋπόθεση, αφού θα κατάφερνε να είναι άξιος για το θρόνο μόνο μέσω της σύνδεσής του με τη Θεοδοσιανή δυναστεία, την οποία του είχε χαρίσει η Πουλχερία μετά τη συμφωνία.
Η ρήξη με τον Αττίλα και το τέλος της υποτέλειας
Το σοβαρότερο πρόβλημα που κληρονόμησε ο Μαρκιανός με τον βυζαντινό θρόνο ήταν η ταπεινωτική υποτέλεια της αυτοκρατορίας στους Ούννους. Ο προκάτοχός του κατέβαλλε ετήσιο φόρο χρυσού στον Αττίλα (τρομερός πολέμαρχος που ηγήθηκε των Ούννων), γεγονός που είχε εξαντλήσει τα αυτοκρατορικά ταμεία.
Ο Μαρκιανός, όμως, αποφάσισε να ακολουθήσει διαφορετική πολιτική.
Διέκοψε αμέσως την πληρωμή του φόρου και υιοθέτησε σκληρή στάση. Όταν ο Αττίλας στράφηκε εναντίον της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Μαρκιανός εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και εξαπέλυσε επιθέσεις στις βάσεις των Ούννων κατά μήκος του Δούναβη. Η πίεση αυτή, σε συνδυασμό με τις ήττες, την πείνα και τις επιδημίες, αποδυνάμωσε αποφασιστικά την ουννική ισχύ.
Μετά το θάνατο του Αττίλα το 453, ο Μαρκιανός εκμεταλλεύτηκε τη διάλυση της ουννικής συνομοσπονδίας και εγκατέστησε γερμανικά φύλα ως φοιδεράτους (βάρβαροι φύλαρχοι που ήταν μισθοφόροι) στα βόρεια σύνορα, εξασφαλίζοντας μακροχρόνια σταθερότητα.
Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας
Το 451 ο Μαρκιανός συγκάλεσε τη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, μία από τις σημαντικότερες συνόδους στην ιστορία της Εκκλησίας. Εκεί διατυπώθηκε το δόγμα των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού –της θείας και της ανθρώπινης–, αδιαίρετων σε ένα πρόσωπο.
Η απόφαση αυτή έθεσε τα θεμέλια της ορθόδοξης δογματικής, αλλά προκάλεσε βαθύ σχίσμα, καθώς πολλές εκκλησίες της Ανατολής την απέρριψαν, θεωρώντας την συγγενή προς τον Νεστοριανισμό. Οι εκκλησίες αυτές έμειναν γνωστές ως Προχαλκηδόνιες. Ο Μαρκιανός εφάρμοσε αυστηρά τις αποφάσεις της Συνόδου, επιβάλλοντας διώξεις κατά των αντιφρονούντων, γεγονός που όξυνε τις εντάσεις στις ανατολικές επαρχίες.
Οι μεταρρυθμίσεις και η οικονομική ανάκαμψη
Σε αντίθεση με πολλούς προκατόχους του, ο Μαρκιανός άσκησε χρηστή και συγκρατημένη διακυβέρνηση. Περιόρισε την εξουσία των αυλικών και των ευνούχων, κατέστειλε τη διαφθορά και προχώρησε σε φοροελαφρύνσεις που ανακούφισαν τα λαϊκά στρώματα. Η διακοπή της καταβολής φόρων στους Ούννους και η σταθερότητα στα σύνορα, άλλωστε, επέτρεψαν στην οικονομία να ανακάμψει ταχύτατα.
Όταν πέθανε, το 457, άφησε στα αυτοκρατορικά ταμεία αποθεματικό ύψους περίπου 7.000.000 σόλιδων (χρυσά νομίσματα) – ένα εξαιρετικά σπάνιο επίτευγμα για την εποχή.
Ο Μαρκιανός πέθανε σε ηλικία περίπου 65 ετών, πιθανότατα από επιπλοκές γάγγραινας. Ενταφιάστηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Τον διαδέχθηκε ο Λέων Α’.
Η ιστορική του αποτίμηση είναι ιδιαίτερα θετική καθώς θεωρείται ο αυτοκράτορας που αποκατέστησε το κύρος της αυτοκρατορίας, έθεσε τέλος στην ταπείνωσή της, διασφάλισε οικονομική ευρωστία και καθόρισε οριστικά τη θεολογική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για το λόγο αυτόν, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 17 Φεβρουαρίου, μαζί με την Πουλχερία.
















