Ένα από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος του 2025 ήταν η συνάντηση του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Νίκαια της Βιθυνίας (σημερινό Iznik), με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 χρόνων από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Μια συνάντηση υψηλού συμβολισμού, που όμως λειτούργησε και ως αφορμή για την ανάκληση ιστοριών ξεχασμένων.
Στη Νίκαια, παρόντος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, περισσότεροι από 200 επίσκοποι διαμόρφωσαν τις βασικές πτυχές της χριστιανικής πίστης, οι οποίες έως σήμερα αποτελούν τον πυρήνα της χριστιανικής θεολογίας. Η περιοχή υπήρξε κομβική όχι μόνο για την εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και για τη συγκρότηση του Νέου Ελληνισμού.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε στον αρχαιολογικό χώρο στις όχθες της λίμνης της Νίκαιας, στα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 4ου αιώνα. Για τον συγκεκριμένο χώρο υπάρχουν δύο εκδοχές: σύμφωνα με την πρώτη, τα ερείπια ανήκουν στη Βασιλική του Αγίου Νεοφύτου· σύμφωνα με τη δεύτερη, πρόκειται για την Εκκλησία των Αγίων Πατέρων όπου έλαβε χώρα η Α’ Οικουμενική Σύνοδος.
Ο ίδιος αυτός χώρος όμως συνδέεται και με ένα από τα πιο σκοτεινά επεισόδια της νεότερης ιστορίας της περιοχής.
Κατά τις μεγάλες σφαγές που προκάλεσαν οι κεμαλικές συμμορίες το καλοκαίρι του 1920, ο παπα-Ιορδάνης, ιερέας της ελληνικής κοινότητας της Νίκαιας, δολοφονήθηκε από τους τσέτες του Κιορ Παϊράκ Τζεμάλ μπέη.
Ο αυτόπτης μάρτυρας Μιχαήλ Αγγέλου καταγράφει στα απομνημονεύματά του:
«Μετά, αφού εβασανίσθη, οδηγήθη παρά την λίμνην και εσφάγη ακριβώς εις τα ερείπια όπου εγένετο η Οικουμενική Σύνοδος».
Η ενθύμηση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μέσα από τη σύγχρονη τελετή επανέφερε στη μνήμη δύο κρίσιμες ιστορικές διαστάσεις: αφενός τη σημασία της Νίκαιας στη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού και αφετέρου τη στιγμή κατά την οποία έπαψε οριστικά η ελληνική παρουσία στην περιοχή.
Η διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού
Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κατά τον 8ο-7ο αιώνα π.χ. Από εκείνη την εποχή έως το δραματικό 1922 οι Έλληνες υπήρχαν στην περιοχή με θαυμαστή συνέχεια και αντοχή μέσα στο χρόνο, παρόλες τις μεγάλες ανατροπές που έφερε η ιστορία.
Σημείο τομής στην πολιτική ιστορία της περιοχής είναι η δημιουργία ενός μεσαιωνικού κράτους, της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, ως απόρροια της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους την άνοιξη του 1204. Οι σταυροφόροι διέλυσαν τον κεντρικό ιστό του Βυζαντίου, του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό.
H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων.
Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Ήπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η Αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια.

Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας θα είναι όμως ο κύριος κληρονόμος του Βυζαντίου. Με σημείο αναφοράς το 1204 θα συμβούν σημαντικές ιδεολογικές ζυμώσεις στον ελεύθερο ελληνικό κόσμο. Η ιστορική πορεία του πληθυσμού και οι μεταβολές στην ταυτότητα και την αυτοαντίληψή του, εντάσσονται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της πορείας του συνολικού Νέου Ελληνισμού.
Ο όρος «Νέος Ελληνισμός» δεν έχει μια στατική ιστορική μορφή, αλλά καθορίζεται από τις πλούσιες και ποικίλες επιδράσεις, που προκάλεσαν την ιδιοτυπία του τις οποίες περιγράφει αναλυτικά ο Κ. Δημαράς. Ως «Νέος Ελληνισμός» περιγράφεται η μορφή εκείνη που διαμορφώνεται από τον 13ο αιώνα, όταν ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ονόμαζε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας «Ελλάδα» και θεωρούσε ότι οι ανατολικοί Ρωμαίοι ήταν εθνικά Έλληνες γράφοντας χαρακτηριστικά:
«Ελλήνων χριστωνυμούμενον κλέος ου σβέννυται».
Το ιστορικό γεγονός που θα κρίνει την μοίρα της περιοχής θα είναι η εμφάνιση των τουρκικών φυλών και η έλευση του Ισλάμ ως ένα νέο ιδεολογικό εργαλείο εμπέδωσης της τουρκικής κυριαρχίας. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα αλλαξοπιστήσει για διάφορους λόγους – και μαζί με τους νεήλυδες εποίκους θα διαμορφώσουν τη βάση του σύγχρονου πληθυσμού.
Σημαντικό μέρος των Ελλήνων θα παραμείνει στην παλιά ελληνορθόδοξη ταυτότητα και θα σημειώσει μεγάλη πολιτιστική ανάπτυξη την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ.
Όμως η κατάληψη της οθωμανικής εξουσίας από τους Νεότουρκους θα διαμορφώσει τις νέες συνθήκες, εισάγοντας όλη την Αυτοκρατορία στην εποχή των σκληρών εθνικιστικών αντιπαραθέσεων – με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Μια μαρτυρία από την κεμαλική εποχή
Για τα γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες από επιζήσαντες. Στη κατηγορία αυτή ανήκει και η καταγεγραμμένη μνήμη του Μιχαήλ Αγγέλου*.
Ο Αγγέλου ήταν ένας διανοούμενος Μικρασιάτης, γεννημένος στην κωμόπολη Κιουπλιά της Βιθυνίας – βρέθηκε μέσα στη δίνη των γεγονότων έχοντας τη δυνατότητα ερμηνείας της ιστορικής στιγμής.
Ο λόγος του είναι άμεσος, βιωματικός και αδιαμεσολάβητος, καθώς είναι μάρτυρας των όσων περιγράφει.
Το σύνολο αυτών των μαρτυριών συγκροτούν μια κατηγορία κειμένων με τα οποία τα θύματα μιας μεγάλης Καταστροφής προσπαθούν να αποτρέψουν τον αφανισμό τους από τη Μνήμη της ανθρωπότητας. Ένας αφανισμός που είναι απόρροια της επικράτησης της ερμηνείας που έχουν οι θύτες για τα ιστορικά γεγονότα.

Οι καταγεγραμμένες αυτές μαρτυρίες φέρνουν στο προσκήνιο κοινωνικές ομάδες που βρέθηκαν στη δίνη των ιστορικών γεγονότων και στη συνέχεια αποκλείστηκαν από τα κέντρα εξουσίας και από τα μέσα που διαμορφώνουν τη συλλογική μνήμη της κοινωνίας. Ο ίδιος επιγράφει ως εξής το κείμενό του:
«Αι σφαγαί και εξοντώσεις των Χριστιανών της Ανατολής υπ’ αυτόπτου μάρτυρος».
Στην αφήγησή του περιγράφει αναλυτικά σημείο προς σημείο, χωριό προς χωριό, τον τρόπο με τον οποίον οι κεμαλικές συμμορίες εξόντωσαν τους Ρωμιούς.
Για την περίπτωση της ελληνικής κοινότητας της πόλης των Νίκαιας, ο Μιχαήλ Αγγέλου αφηγείται και καταγράφει τα γεγονότα σε χρόνο προγενέστερο του Αυγούστου του 1922:
«Η Νίκαια έχει περί τους 5 χιλ. κατοίκους, εξ ών χίλιοι Έλληνες παρά τα όχθας της Ασκανίας λίμνης. Η Νίκαια εχρημάτισεν έδρα των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου μετά την άλωσιν της Κων/πόλεως υπό των Λατίνων. Εν τη πόλει ταύτη συνεκροτήθησαν η πρώτη και η έβδομη οικουμενική σύνοδος, όπου και παρά την λίμνην σώζονται τα ερείπια, ως και πολλοί αρχαίοι Βυζαντινοί ναοί μετατραπέντες εις τεμένη. Ο ναός της Παναγίας εχρησίμευσεν ως εκκλησία των κατοίκων μέχρι της 25 Αυγούστου 1920. Περί του ναού τούτου περιέγραψεν ιδιαίτερον βιβλίον ο Μητροπολίτης Νικαίας Βασίλειος υπό τον τίτλον η Μονή Υακίνθου, εν τη οποία εσώζοντο αρχαία και πολύτιμα κειμήλια.
»Η ιερά ταύτη πόλις, ύστερα από την Ιερουσαλήμ, που ο χρόνος εσεβάσθη τα μνημεία τα οποία εμαρτύρουν το αρχαίον της μεγαλείο, επέπρωτο να γίνη παρανάλωμα του πυρός και οι κάτοικοι της, οι δυστυχείς χριστιανοί, να σφαγούν σαν αρνιά στους δρόμους και εις τας οικίας.
»Την 15 Αυγούστου 1920, ημέραν της Πανηγύρεως, ο ιερεύς παπα-Ιορδάνης, εκ των πρώτων έβαψεν το χώμα με το αίμα του. Συνελήφθη υπό των τσετών του Κιοκ Παϊράκ Τζεμάλ βεη και μετεβλήθη εις όνον τιθεμένου σαμαρίου επί του ώμου και επί του σαμαρίου δισακίου και εις το στόμα χαλινόν, μετεφέρθη εις την πλατείαν της πόλεως, όπου και επεταλώθη, αφού περιεφέρθη χλευαζόμενος υπό των τσετών και του μουσουλμανικού όχλου. Μετά, αφού εβασανίσθη, οδηγήθη παρά την λίμνην και εσφάγη ακριβώς εις τα ερείπια όπου εγένετο η Οικουμενική Σύνοδος.
»Όλοι δε οι Έλληνες βασανισθέντες και ατιμασθέντες παντοιοτρόπως εσφάγησαν. Τα δε πτώματα τους ερίφθησαν εις τα φρέατα. Εις κλίβανον τινά εκρύβησαν δέκα πέντε Έλληνες όπως απαλλαγώσιν εκ της σφαγής, αλλά από τας φωνάς μικρού βρέφους επροδόθησαν και τους έκαψαν όλους ζωντανούς.
»Και ούτως εξετελέσθη η παντελής εξόντωσις απάντων των Ελλήνων κατοίκων της. Η δε πόλις, μετά την λεηλασίαν, παρεδόθη εις τας φλόγας του πυρός και σήμερον μόνον τέφρα βλέπει τις. Εξ όλων των χριστιανών μόνον 8 άτομα εσώθησαν, οι οποίοι διαμένουσι εν Προύση και Κίω».
Βλάσης Αγτζίδης,
δρ Σύγχρονης Ιστορίας, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του AΠΘ
















