Η γήρανση δεν αφορά μόνο τα χρόνια που περνούν. Σε κυτταρικό επίπεδο, ο οργανισμός υφίσταται σταδιακά βλάβες στο DNA, αλλαγές στην έκφραση των γονιδίων, δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων και διαταραχές στους μηχανισμούς ανακύκλωσης των κυτταρικών συστατικών. Ένας από τους μηχανισμούς που συγκεντρώνει τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον είναι η κυτταρική γήρανση
Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία το κύτταρο σταματά να διαιρείται, χωρίς όμως να παύει να είναι βιολογικά ενεργό. Η διαδικασία αυτή μπορεί αρχικά να λειτουργεί προστατευτικά, καθώς εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό κυττάρων με σοβαρές βλάβες και συμβάλλει στην προστασία από την καρκινογένεση.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν τα γηρασμένα κύτταρα συσσωρεύονται στους ιστούς. Τότε εκκρίνουν διάφορες ουσίες, μεταξύ των οποίων κυτταροκίνες και χημειοκίνες, που μπορούν να επηρεάσουν τα γειτονικά κύτταρα και να ενισχύσουν μια χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση χαμηλού βαθμού, γνωστή ως «inflammaging». Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έχει το SASP (senescence-associated secretory phenotype), δηλαδή το χαρακτηριστικό εκκριτικό προφίλ των γηρασμένων κυττάρων.
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, δρ Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος επισημαίνουν ότι η κυτταρική γήρανση συνδέεται με μια σειρά αλληλένδετων μηχανισμών, όπως η επίμονη βλάβη του DNA, οι επιγενετικές μεταβολές, η διαταραχή της αυτοφαγίας και η δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων.
Η καλύτερη κατανόηση αυτών των μηχανισμών έχει οδηγήσει στην αναζήτηση νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Τα senolytics μελετώνται με στόχο την επιλεκτική απομάκρυνση των γηρασμένων κυττάρων, ενώ τα senomorphics επιχειρούν να περιορίσουν τις επιβλαβείς λειτουργίες τους, κυρίως την παραγωγή του SASP.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν μελετηθεί φυσικές ενώσεις όπως η quercetin, η fisetin, η resveratrol, η urolithin A και η spermidine. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα δεδομένα δεν επιτρέπουν να θεωρηθούν αποδεδειγμένες θεραπείες για την ανθρώπινη γήρανση. Η βιοδιαθεσιμότητα, η δοσολογία, η εκλεκτικότητα και η μακροχρόνια ασφάλειά τους εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλα τα γηρασμένα κύτταρα δεν είναι ίδια. Η κυτταρική γήρανση παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια ανάλογα με τον τύπο του κυττάρου και το μικροπεριβάλλον του ιστού, γεγονός που δυσκολεύει την ανάπτυξη στοχευμένων παρεμβάσεων.
Οι επιστήμονες στρέφονται πλέον σε τεχνολογίες που επιτρέπουν την ανάλυση μεμονωμένων κυττάρων, με στόχο να χαρτογραφήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποια γηρασμένα κύτταρα είναι επιβλαβή και πότε πρέπει να αποτελέσουν θεραπευτικό στόχο. Η μετάβαση από τα εργαστηριακά ευρήματα σε ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπείες, πάντως, απαιτεί ακόμη μακροχρόνιες κλινικές μελέτες.

















