Στο πλαίσιο των λεγόμενων «Ορλοφικών» του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774, η Ρωσία είχε οργανώσει τους Έλληνες συμμάχους της σε επίσημα αναγνωρισμένο στράτευμα, το οποίο πολέμησε κατά των Οθωμανών στο Αιγαίο πέλαγος, με σημαντικές επιτυχίες.
Με τη λήξη του πολέμου αυτού, στις 28 Μαρτίου του 1775, η Ρωσική Αυτοκρατορία επέτρεψε την εγκατάσταση των Ελλήνων συμμάχων της στο Κερτς και στο Γενί-Καλέ του Εύξεινου Πόντου, παραχωρώντας τους ειδικά προνόμια.
Οι Έλληνες αυτοί συγκροτήθηκαν σε Ελληνικό Τάγμα Πεζικού το 1779, το οποίο μεταφέρθηκε στην πόλη Μπαλακλάβα το 1784. Το «Ελληνικό Τάγμα Πεζικού της Μπαλακλάβας», όπως λεγόταν επίσημα, πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες τόσο στη Ρωσία όσο και στους Έλληνες της διασποράς, μέχρι το 1859, οπότε καταργήθηκε.

Επρόκειτο για έναν ιδιόμορφο πολυλειτουργικό «οργανισμό», καθώς οι υπηρεσίες που προσέφερε ξεπερνούσε κατά πολύ τη λειτουργία ενός τυπικού τάγματος Πεζικού. Αποτελούσε ταυτόχρονα στρατιωτική μονάδα και ελληνική αποικία. Εκτελούσε συνοριακή φύλαξη, λειτουργούσε ως παράκτιο φρούριο και παράλληλα δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού για τον πολεμικό στόλο.
Η αρχική δύναμη του Ελληνικού Τάγματος Πεζικού της Μπαλακλάβας ήταν κάτι περισσότερο από χίλιοι άνδρες, ενώ αργότερα μειώθηκε σε περίπου 850. Η εγκατάστασή του στην πόλη Μπαλακλάβα συνδέεται με την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, και με τις εποικιστικές ανάγκες που αυτή δημιούργησε.

Η εθνοτική σύνθεση του Τάγματος ήταν κατά βάση ελληνική, σε όλη την ιστορία της ύπαρξής του. Η προέλευση των ανθρώπων του ήταν από την Πελοπόννησο –κυρίως από τη Μάνη–, τη Χειμάρρα και τα νησιά του Αιγαίου. Επρόκειτο τόσο περί ελληνόφωνων, όσο και περί Αρβανιτών. Ελάχιστοι αλλογενείς έχουν καταγραφεί στα κατάστιχά του, όπως για παράδειγμα με προέλευση από την περιοχή της Μολδαβίας.
Τη διοίκηση του Τάγματος επίσης αναλάμβαναν ονόματα ελληνικά: Κωνσταντίνος Τσαπόνης, Στέφανος Μαυρομιχάλης, Χρίστος Κιρίκος, Θεοδόσιος Ρεβελιώτης, Λυκούργος Κατσώνης.

Στο ερώτημα: «Γιατί Έλληνες;», θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι ήταν οι πιο κατάλληλοι την εποχή εκείνη για τους εξής λόγους:
• Στρατιωτική εμπειρία και ικανότητα τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, λόγω των ειδικών συνθηκών ζωής στην Τουρκοκρατία.
• Αποτελεσματικότητα και αποδεδειγμένη πολεμική αρετή, όπως φάνηκε στα πεδία των επιχειρήσεων στα Ορλοφικά.
• Συμπάθεια στο ρωσικό στέμμα.
• Ορθόδοξος πληθυσμός και παραδοσιακός εχθρός του τουρκικού στοιχείου.
• Λαός ευπροσάρμοστος, με έφεση στη γλωσσομάθεια, στο εμπόριο και στην πολιτιστική πρόοδο.

Συνεπώς ήταν συμφέρον για τη Ρωσική Αυτοκρατορία να εποικίσει τα βόρεια παράλια του Ευξείνου με Έλληνες, οι οποίοι ήταν ήδη προσαρμοσμένοι στο ζην και στο πολεμείν σε παραθαλάσσιο περιβάλλον. Θα έπαιζαν το ρόλο των ακριτών της ρωσικής μεθορίου, τόσο απέναντι στον εξωτερικό εχθρό που ήταν οι Οθωμανοί, όσο απέναντι και στον εσωτερικό, που ήταν οι πληθυσμοί των Τατάρων – τουρκογενών μουσουλμάνων που χρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές στην ιστορία ως «η πέμπτη φάλαγγα» των Οθωμανών.
Επιπλέον, θα προσέλκυαν άλλους ομογενείς εκτός στρατιωτικής υπηρεσίας και θα έκαναν απογόνους που θα τόνωναν την οικονομική ζωή του ρωσικού Νότου ως έμποροι, βιοτέχνες και επιστήμονες.
Η αποστολή του Τάγματος περιλάμβανε δύο άξονες: τον στρατιωτικό και τον εποικιστικό. Όφειλε να φυλάσσει τη νότια ακτή της Κριμαίας, να προλαμβάνει εχθρικές αποβάσεις και να επιτηρεί την εσωτερική τάξη. Ταυτόχρονα, οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους εγκαθίσταντο σε χωριά και αποκτούσαν γη. Τα προνόμιά τους προέβλεπαν ισόβια χρήση γης με φοροαπαλλαγή.

Αυτές οι ελληνικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην πόλη Μπαλακλάβα και στα γύρω χωριά: Κανάρη, Καντίκιοϊ, Καμάρες, Κερμεντζίκη, Λάκη, Αούτκα, Αλσού κ.ά. Ίδρυσαν ενορίες, έκτισαν και αναστήλωσαν ναούς. Όσοι δεν ήταν στρατιωτικοί ασχολήθηκαν με τη γεωργία, την αμπελουργία, την αλιεία και τη βιοτεχνία.
Το Τάγμα πολύ γρήγορα απέδειξε την αναγκαιότητα της ύπαρξής του.
Ήδη πριν από την εδραίωσή του στην Μπαλακλάβα, οι στρατιώτες του έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καταστολής των τοπικών εξεγέρσεων των Τατάρων τα έτη 1777-1778, σε επιθέσεις του οθωμανικού ναυτικού, καθώς και στην ανακατάληψη και κατοχύρωση του Καφφά και της Σουγδαίας.

Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792 ο στρατός αυτός λειτούργησε ως παράκτια φρουρά και δεξαμενή εφεδρείας για τον πολεμικό στόλο. Μάλιστα το 1787 συγκροτήθηκε ο ελληνικός Λόχος των Αμαζόνων, αποτελούμενος από συζύγους και κόρες των ανδρών του Τάγματος. Επίσης οι Έλληνες συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στη Σεβαστούπολη, το 1790.

Στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812 το Τάγμα συμμετείχε σε αποβάσεις, σε επιχειρήσεις στις περιοχές της Μολδαβίας και της Βεσσαραβίας, στον Δούναβη και αλλού. Τον Ιούνιο του 1810 κατάφερε να αποτρέψει τις υπεράριθμες δυνάμεις του οθωμανικού στόλου που σε συνεργασία με τους ντόπιους Τατάρους επιχείρησε να κυριεύσει τη Σεβαστούπολη. Διοικητής του Τάγματος τότε ήταν ο θρυλικός Θεοδόσιος Ρεβελιώτης, επί της ηγεσίας του οποίου το Τάγμα πραγματοποίησε ηρωική πλην αποτυχημένη απόβαση στην Τραπεζούντα, στις 17 Οκτωβρίου του 1810.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα το Ελληνικό Τάγμα Πεζικού της Μπαλακλάβας υπηρετούσε και εκτός της περιοχής της Κριμαίας. Από το 1842 ως το 1851 δύο λόχοι του βρίσκονταν στο Νοβοροσίσκ και λάμβαναν μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις στον Καύκασο.
Από τις τελευταίες σημαντικότερες μάχες του Τάγματος ήταν η αντίσταση της Μπαλακλάβας τον Σεπτέμβριο του 1854, όταν η πόλη δέχτηκε επίθεση από την αγγλο-γαλλο-οθωμανική συμμαχία κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856). Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου του 1854 η βρετανική προέλαση δέχτηκε τα πυρά ενός ελληνικού αποσπάσματος, αποτελούμενου από 130 άνδρες ενεργούς και περίπου 30 αποστράτους, οι οποίοι είχαν οχυρωθεί στα ερείπια του μεσαιωνικού φρουρίου.

Η αντίσταση των Ελλήνων στα χαλάσματα διήρκεσε πέντε έως έξι ώρες, μέχρι να εξαντληθούν τα πυρομαχικά τους. Απολογισμός της αντίστασης ήταν ο τραυματισμός του διοικητή Μάντου και η αιχμαλωσία έξι αξιωματικών και περίπου εξήντα στρατιωτών.
Λίγο μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο οι στρατηγικές συνθήκες μεταβλήθηκαν και η ανάγκη διατήρησης του Τάγματος εξέλιπε. Το 1859, με απόφαση του τσάρου Αλεξάνδρου Β’, το Ελληνικό Τάγμα Πεζικού της Μπαλακλάβας διαλύθηκε. Η δημιουργηθείσα στο ενδιάμεσο ελληνική κοινότητα της πόλης στράφηκε εξ ολοκλήρου στα ειρηνικά επαγγέλματα, διατηρώντας όμως τη μνήμη του ένδοξου στρατιωτικού παρελθόντος της.

















