Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή η Ιωάννα Παπαντωνίου, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου και της πολιτιστικής έρευνας, αφήνοντας πίσω της πολυσχιδές έργο που σφράγισε τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία και τη μελέτη της λαϊκής παράδοσης.
Σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο και, επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1971, ξεκίνησε μια λαμπρή πορεία συνεργαζόμενη με κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Αλέξης Σολομός, ο Κάρολος Κουν, ο Αλέξης Μινωτής και η Κατίνα Παξινού.
Το έργο της στο Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ξεχώρισε για την αυστηρή λιτότητα, τη μελετημένη χρήση χρώματος και τη βαθιά αισθητική προσέγγιση στη σκηνική εικόνα.
Επίσης, ήταν η πρώτη γυναίκα που φιλοτέχνησε τα σκηνικά για παράσταση αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο.
Το 1974 ίδρυσε στο Ναύπλιο το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου», βασισμένο σε προσωπική συλλογή 6.000 αντικειμένων, που σήμερα ξεπερνά τα 25.000. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε το 1981 με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μουσείου της Χρονιάς, καθιερώνοντας το ίδρυμα ως σημείο αναφοράς για τη μελέτη του νεοελληνικού πολιτισμού.
Δίδαξε σε πανεπιστημιακά τμήματα θεατρικών σπουδών στην Αθήνα, την Πάτρα και το Ναύπλιο, ενώ αναγορεύθηκε επίτιμη διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Υπήρξε πολυβραβευμένη, με διακρίσεις όπως το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος, το έπαθλο «Πάνος Αραβαντινός», το Lifetime Achievement Award της European Museum Academy και το Αριστείο «Ιωάννης Καποδίστριας».
Στο συλλυπητήριο μήνυμά της, η υπουργός πολιτισμού Λίνα Μενδώνη ανέδειξε πτυχές της πορείας της Ιωάννας Παπαντωνίου που φωτίζουν το εύρος της δράσης της – υπήρξε μέλος του Λυκείου Ελληνίδων και ταξίδεψε σε ολόκληρη τη χώρα συλλέγοντας αυθεντικό λαογραφικό υλικό, κυρίως παραδοσιακές ενδυμασίες, που αποτέλεσε τον πυρήνα της συλλογής του ιδρύματος.
Παράλληλα με τη θεατρική της πορεία, συμμετείχε επιλεκτικά και σε κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ από το 1999 συνεργαζόταν στενά με το υπουργείο πολιτισμού σε σημαντικά προγράμματα.
«Απέφευγε συστηματικά τη δημοσιότητα και αφοσιώθηκε αθόρυβα στην υπηρεσία του πολιτισμού και της κοινωνίας, αφήνοντας παρακαταθήκη ένα έργο με διαρκή επίδραση στις τέχνες και την πολιτιστική έρευνα» αναφέρει η υπουργός Πολιτισμού.
















