Μ’ αν τις εκάλεσε κανείς [κι από τα σπίτια φύγανε]
και ή στου Βάκχου το ναό, ή στου Πανός επήγανε,
ή στη Γεννετυλίδα μας, ή και στην Κωλιάδα,
απ’ τα πολλά τα τύμπανα που θα’ ναι στην αράδα,
δεν θα μπορούσε βέβαια γυναίκα να περάσει.
Κι όμως, καμιά δεν φάνηκε στο σπίτι μου να φθάσει,
έξω από τη γειτόνισσα που έρχεται τρεχάτη.
Η εισαγωγή από τη Λυσιστράτη (σε μετάφραση Δημητρακόπουλου), όπου η ηρωίδα καλεί τις γυναίκες απ’ όλη τη χώρα προκειμένου να τις πείσει να κάνουν ερωτική αποχή, ώστε οι άντρες να σταματήσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Η πιο γνωστή ίσως κωμωδία του Αριστοφάνη γράφτηκε και διδάχτηκε το 431 π.Χ., και δεν είναι λίγοι οι μελετητές που αποδίδουν στην ηρωίδα το χαρακτηρισμό της πρώτης φεμινίστριας.
Το έργο έχει ανέβει πολλές φορές στη χώρα μας, σε Επίδαυρο καθώς και σε άλλες σκηνές, ακόμα και σε κλειστά θέατρα. Και τώρα ετοιμαζόμαστε για… διπλό χτύπημα της ηρωίδας – που στην ουσία πάει να θυμίσει μια διπλή Λυσιστράτη πριν από ακριβώς 40 χρόνια, η οποία εξελίχθηκε σε μυθική κόντρα.
Πάντως φέτος δεν τίθεται θέμα κόντρας, καθώς πρόκειται για δύο ξεχωριστές και διαφορετικές προτάσεις.
Ραντεβού στο Ηρώδειο
Ο συνδετικός κρίκος με το «πολεμοκάπηλο» 1986 είναι ο Σταμάτης Κραουνάκης. Τότε είχε υπογράψει τη μουσική σε μία από τις δύο παραστάσεις. Το ίδιο κάνει και τώρα – και μάλιστα δηλώνει ότι «σε αυτή τη Λυσιστράτη θα γίνει μεγάλη γιορτή».
Ο δημιουργός έχει κρατήσει στοιχεία από την παλαιότερη παράσταση – κυρίως κάποια εμβληματικά τραγούδια.
Στη νέα του πρόταση που παρουσιάζεται στο Ηρώδειο στις 12 και 13 Ιουνίου, έχουμε τον κλασικό μύθο προσαρμοσμένο στο σήμερα. Όπως αποκάλυψε σε πρόσφατη συνέντευξή του, το πρώτο μέρος της παράστασης διαδραματίζεται στα χρόνια του Πελοποννησιακού και το δεύτερο ξεκινά με την Κατοχή. Ακολουθεί η πυρηνική βόμβα στη Χιροσίμα, ο πόλεμος της Κορέας –όπου συμμετείχε και η χώρα μας–, και καταλήγει στη δεκαετία του 1960 και ίσως στις μέρες μας.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης την χαρακτηρίζει «λαϊκή, ξεκαρδιστική, όπερα»· μεταξύ των συνεργατών του είναι η Λένα Ουζουνίδου ως Λυσιστράτη, η Δήμητρα Γαλάνη είναι η Αθηνά Παλλάδα, ενώ στο λιμπρέτο είναι η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Γιώργος Χατζιδάκις και ο Λάκης Λαζόπουλος.

Από το βορρά ερχόμενη
Η φετινή σεζόν έκλεισε με θετικό πρόσημο για το ΚΘΒΕ και για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Αστέριο Πελτέκη.
Ο ίδιος υπογράφει και τη σκηνοθεσία στο φετινό ανέβασμα του έργου – θα ξεκινήσει από το Θέατρο Δάσους στις 30 Ιουνίου, για να ακολουθήσει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ προγραμματίζεται να παρουσιαστεί στη Ρώμη, στο Teatro di Ostia στις 4 και 5 Ιουλίου. Η Λυσιστράτη θα παρουσιαστεί ακόμα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 21 και 22 Αυγούστου.
Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης: «Η αρχετυπική μορφή/ηρωίδα του έργου δεν προτείνει μια μεταρρύθμιση. Δεν εισηγείται έναν νέο θεσμό. Δεν μιλά τη γλώσσα της εξουσίας. Η Λυσιστράτη εισαγάγει κάτι ριζικά διαφορετικό: την επαναδιεκδίκηση του σώματος, της επιθυμίας, της φροντίδας και της συλλογικής ευθύνης ως πολιτικής πράξης. Η αποχή από τον έρωτα δεν λειτουργεί “τιμωρητικά”, αλλά ως πράξη “αναστολής της εντροπίας”. Ένα προσωρινό “πάγωμα” του συστήματος, ώστε να μπορέσει να επανεκκινήσει».
Kαι καταλήγει πως «oι γυναίκες σε αυτό το σπουδαίο έργο του μεγάλου ποιητή δεν καταλαμβάνουν απλώς την Ακρόπολη, “καταλαμβάνουν” το χρόνο, τη ροή των πραγμάτων, την ίδια τη λογική της αναπόφευκτης καταστροφής».
Την ηρωίδα υποδύεται η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και δίπλα της μεταξύ άλλων οι: Κατερίνα Παπουτσάκη, Κρατερός Κατσούλης και Αλεξάνδρα Παλαιολόγου.

Όταν η Αλίκη είπε έναν μύθο
Πάμε πίσω στο 1986, όταν ανακοινώθηκε ότι η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα υποδυόταν τη Λυσιστράτη και μάλιστα στην Επίδαυρο. Τότε τα δημοσιεύματα έδωσαν και πήραν. Μερικά δε ήταν και αυτό που θα λέγανε σήμερα οι νέοι «κριντζ».
Το «νιάου-νιάου βρε Λυσιστράτη» έγινε ατάκα, αλλά στο φινάλε η εθνική μας σταρ τους αποστόμωσε όλους.
Ήταν σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της και φυσικά όπου ανέβηκε η παράσταση ήταν ασφυχτικά γεμάτη από κόσμο.

Η Αλίκη αφέθηκε στις σκηνοθετικές οδηγίες του δάσκαλού της Αλέξη Σολωμού, ο οποίος στην ουσία κράτησε το κείμενο και το στήσιμο της μυθικής παράστασης του 1950. Με πολύ λίγες νεοτεριστικές προσθήκες –όπως η στιγμιαία γυμνή εμφάνιση μιας χορεύτριας–, ενώ χρησιμοποιήθηκε η μουσική και τα τραγούδια εκείνης της παράστασης.
Όπερ μεθερμηνευόμενον εστί, η Αλίκη τραγούδησε και το σπουδαίο «Έναν μύθο θα σας πω» του Μάνου Χατζιδάκι.
Εκτός της πρωταγωνίστριας έπαιξαν μεταξύ άλλων οι: Νόρα Βαλσάμη, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Βιβέτα Τσιούνη, Σπύρος Καλογήρου, Καίτη Λαμπροπούλου.
H απάντηση
Ήταν τόσο μεγάλο γεγονός η παράσταση με την Αλίκη, που πριν ξεκινήσει στήθηκε η… απάντηση.
Στο ρόλο της Αριστοφανικής ηρωίδας ο… Λάκης Λαζόπουλος. Την μουσική υπέγραφε ο Σταμάτης Κραουνάκης και τη σκηνοθεσία ο Ανδρέας Βουτσινάς (που δύο χρόνια πριν είχε σκηνοθετήσει την Αλίκη στο Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα).

O συνθέτης θυμάται: «Όλοι άντρες – και στους αντρικούς και τους γυναικείους ρόλους. Ιδέα του Βουτσινά· και ο Λάκης, Λυσιστράτη-Βέμπο. Με κοτσίδα και τσεμπέρι. Πρεμιέρα κάναμε στους Φιλίππους. Κατά την επιθυμία του Ανδρέα – το είχε γούρι, έλεγε. Ταυτόχρονα η τρομερή μάχη με την άλλη Λυσιστράτη, της Αλίκης και του Χατζιδάκι. Ο Λάκης να την λέει “εθνική αποκοιμίστρια”· νά, φαγάκι οι δημοσιογράφοι.
»Ανεβαίνουμε 13 Αυγούστου στο Θέατρο Φιλίππων. Θρίαμβος. Είκοσι πέντε λεπτά μπιζζζ. Το ίδιο έγινε παντού. Εκείνο το βράδυ ένας καλός φίλος μου ’στειλε ένα σημείωμα: “Πετάξατε το γάντι, ετοιμαστείτε για πόλεμο“».

Για την ιστορία, η μουσική και τα τραγούδια της παράστασης κυκλοφόρησαν και σε άλμπουμ, ενώ Αλίκη και Λαζόπουλος συμφιλιώθηκαν έναν χρόνο μετά, το 1987, όταν εκείνη πήγε οικειοθελώς να τον υπερασπιστεί όταν τον είχαν πάει δικαστικώς για την επιθεώρηση Τι είδε ο Γιαπωνέζος.
Πού αλλού σας έχω δει;
Όπως γράφτηκε πιο πάνω, η παράσταση με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη στηρίχτηκε στην παράσταση του 1957. Και τότε σκηνοθέτης ήταν ο Αλέξης Σολωμός· το ρόλο της ηρωίδας υποδύθηκε η Μαίρη Αρώνη.
Το συγκεκριμένο ανέβασμα έγραψε ιστορία και η πρωταγωνίστρια ταυτίστηκε με τη Λυσιστράτη σε βαθμό που η παράσταση, με κάποιες αλλαγές, ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο, στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο, αρκετές φορές και στη δεκαετία του 1960 και του 1970.

Το κοινό έδειξε την αγάπη του από την αρχή, σε αντίθεση με τη λογοτεχνική κοινότητα της εποχής που έγραψε –μεταξύ άλλων– ότι ήταν εντελώς επιθεωρησιακού χαρακτήρα, αλλά και επιπέδου κομμωτηρίου, διερωτώμενη πού οδεύει το θέατρο με τέτοιες παραστάσεις. Φυσικά ο χρόνος δεν την δικαίωσε.
Την επόμενη χρονιά, το 1958, η παράσταση επαναλήφθηκε, αλλά με άλλη πρωταγωνίστρια, την Αλέκα Κατσέλη (η Αρώνη υποδύθηκε ξανά τη Λυσιστράτη τα έτη 1968, 1969, 1972 και 1978). Και ήταν εξαιρετική και αντιμετωπίστηκε κάπως πιο ήρεμα από την κριτική.

«Η ηθοποιός τη προσέθεσε προχθές στο ενεργητικό της μία αναμφισβήτητη επιτυχία. Με έναν εσωτερικό δυναμισμό που κατέστησε περιττή τη χρησιμοποίηση εξωτερικών εφέ, η κ. Κατσέλη υπογράμμισε με το έξυπνο αυτό συγκρότημά της πιο έντονα τις κωμικές αντιθέσεις του έργου. Έδειξε, με άλλα λόγια, πλήρη κατανόηση του κειμένου, ενώ στο κεφάλαιο της κινήσεως η άνεση και η χάρη της στάθηκαν ένα πρόσθετο και αποφασιστικό στοιχείο», έγραψε τότε στην κριτική του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αθηναϊκή ο συγγραφέας και κριτικός Λέων Κουκούλας.
Το 1966 η Άννα Συνοδινού κέρδισε και εκείνη με τη σειρά της το στοίχημα με την αριστοφανική ηρωίδα. Και όχι όπου και όπου, στο Θέατρο Λυκαβηττού. Το χώρο όπου η ίδια έδωσε σχεδόν τηζωή της –και τα χρήματά της– για να στηθεί, και απ’ όπου μια χρονιά αργότερα η χούντα σχεδόν την εκδίωξε.
Τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία στη συγκεκριμένη παράσταση υπέγραφε ο Μίνως Βολανάκης.

Μια χρονιά πριν, το ΚΘΒΕ είχε ανεβάσει το έργο στο αρχαίο θέατρο της Θάσου, σε σκηνοθεσία του μεγάλου θεατράνθρωπου Σωκράτη Καραντινού.
Σε αυτό το ανέβασμα υπήρξε μια τολμηρή επιλογή για τον κεντρικό ρόλο, η Ίλια Λυβικού. Και αυτή η επιλογή αποδείχθηκε όχι μόνο σωστή αλλά στην ουσία σηματοδότησε τη δεύτερη καριέρα της ηθοποιού, η οποία επανήλθε στο χώρο μετά την απώλεια του Βασίλη Λογοθετίδη.
Τη μετάφραση του κειμένου υπέγραφε ο Κώστας Βάρναλης και τα σκηνικά-κοστούμια ο Νίκος Εγγονόπουλος.

Επίσης για το ΚΘΒΕ, το 1983 ο Ανδρέας Βουτσινάς σκηνοθέτησε την Αλέκα Παΐζη σε έναν προσωπικό της θρίαμβο στον συγκεκριμένο ρόλο. Και η ίδια και ο σκηνοθέτης και το κοινό πιστοποιούν το παραπάνω. Οι κριτικοί δεν έγραψαν πάντως και τα καλύτερα.
Για την ιστορία, η μετάφραση ανήκε στον Κώστα Ταχτσή, τα σκηνικά και τα κουστούμια στον Διονύση Φωτόπουλο και η μουσική στον Γιώργο Κουρουπό.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’80, και συγκεκριμένα το 1989, στην Επίδαυρο κατέβηκε μια μεγάλη θεατρίνα. Η Άννα Καλουτά σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μεσσάλα υποδύθηκε τη μαχητική αριστοφανική ηρωίδα κατά το ήμισυ.
Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης είχε μοιράσει το ρόλο στα δύο, δίνοντας την κωμική διάσταση στην Καλουτά και την ερωτική διάσταση στη Νόρα Κατσέλη.

Η παράσταση είχε μια κακοτυχία από την αρχή, καθώς η ομάδα ενεπλάκη σε τροχαίο προτού φτάσει στο αρχαίο θέατρο. Συν ότι το εγχείρημα δεν αποδείχθηκε πολύ πετυχημένο. Ήταν όμως τόση η συγκίνηση της Καλουτά στην υπόκλιση, που όλα τα άλλα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.

Όπως παλιά
Γυρνάμε ξανά πίσω στο χρόνο, και συγκεκριμένα στο καλοκαίρι του 1976.
Τότε το νεοσύστατο «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου ανέβασε το έργο όπως στην Αρχαιότητα, δηλαδή με άντρες ηθοποιούς. Τη Λυσιστράτη υποδύθηκε ο Λευτέρης Βογιατζής – μια ερμηνεία που, όπως έγραψε τότε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ήταν εφάμιλλη των μεγάλων Ευρωπαίων ηθοποιών.

Δεν ήταν όμως η μόνη καινοτομία της παράστασης. Όπως τονίστηκε από τον Τύπο της εποχής, «ένα αθηναϊκό δράμα του 5ου αιώνα π.Χ. παρουσιαζόταν σε μια εικονικά αυτοσχεδιαστικά εκδοχή στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά από ηθοποιούς και για ένα αστικό κοινό των μέσων της δεκαετίας του ’70».
To 1993 o Θύμιος Καρακατσάνης έγινε Λυσιστράτη και προκάλεσε πανικό στην Επίδαυρο. Η αιτία; Η υπερ-παρουσία θεατών. Μάλιστα, όπως είχε γραφτεί τότε στις εφημερίδες, πολλοί θεατές βρέθηκαν εκτός του χώρου του αρχαίου θεάτρου, καθώς είχαν εκδοθεί περισσότερα εισιτήρια απ’ όσα έπρεπε.
Η παράσταση καθυστέρησε να αρχίσει, αλλά –όπως καταλαβαίνετε– εισπρακτικά ήταν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που ανέβηκαν στο αρχαίο θέατρο.

To 2010, το καλοκαίρι που ως χώρα μπήκαμε στο ΔΝΤ, ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθέτησε τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο ως Λυσιστράτη – και έγινε πανικός. Η εποχή είχε αλλάξει και πλέον εισάγονταν και νέα στοιχεία, τόσο στη σκηνοθεσία, όσο και στα σκηνικά και τα κοστούμια.
Στην Επίδαυρο πήγε ύστερα από μια διετία που κάποιες παραστάσεις είχαν αποδοκιμαστεί – και πολύ βάρβαρα. Η συγκεκριμένη πάντως εισπρακτικά ήταν τεράστια επιτυχία. Για την ιστορία: ήταν παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.

Και όμως, συνέβη
Και όμως, και η Μελίνα Μερκούρη έχει υποδυθεί τη Λυσιστράτη. Όμως εκτός Ελλάδος, και συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη.
Συνέβη το 1972, σε μια χρονιά που δεν ήταν και η καλύτερη στη ζωή της, καθώς τότε πέθανε η μητέρα της Ειρήνη και για να παρευρεθεί στην κηδεία της πήρε άδεια λίγων ωρών προκειμένου να έρθει στην Ελλάδα, φουλ φρουρούμενη.
Εκείνη τη χρονιά αποφάσισε να ανεβάσει τη Λυσιστράτη, στα αγγλικά και σε μορφή καμπαρέ. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο δημιουργός που στον κινηματογράφο την έκανε πασίγνωστη, δηλαδή ο Μιχάλης Κακογιάννης.

Παρόλα αυτά, αποδείχθηκε τεράστια αποτυχία και δεν συμπληρώθηκε ένας μήνας στη σκηνή. Έκτοτε η Μερκούρη δεν ξανάπαιξε σε θεατρικό στο εξωτερικό.
Σε ένα άλλο θέατρο, το 1979 στο Ρεξ, ανέβηκε ένα τολμηρό και φιλόδοξο εγχείρημα., το Λυσιστράτη 79 με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου. Την σκηνοθέτησε ο δημιουργός που σχεδόν δύο δεκαετίες πριν την είχε κάνει μεγάλη σταρ του σινεμά, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ενώ τη μουσική υπέγραψε ο συμπατριώτης της Ρένας, ο Γιώργος Κατσαρός.
Το κείμενο ανήκε στον Γιώργο Σκούρτη, ο οποίος είχε φέρει έναν νέο αέρα στα θεατρικά πράγματα με τα έργα του Νταντάδες και Κομμάτια και θρύψαλα.
Το έργο διαφημίστηκε ως το πρώτο ελληνικό «αυστηρά ακατάλληλο» μιούζικαλ. Τα περί ακαταλληλότητας δεν είχαν να κάνουν με κάποιες τολμηρές ή γυμνές σκηνές, αλλά με το λόγο του κειμένου.

Τα προβλήματα άρχισαν πριν από την πρεμιέρα, όταν –μεταξύ άλλων– αποφασίστηκε για τεχνικούς, ενδεχομένως και οικονομικούς, λόγους η μουσική και τα τραγούδια να είναι playback. Η παράσταση δεν περπάτησε από την αρχή, ενώ οι κριτικές την ισοπέδωσαν. Τελικά κατέβηκε στα μέσα Δεκεμβρίου του 1979 έχοντας συμπληρώσει σκάρτους δύομήνες.
Αντικαταστάθηκε από την επιθεώρηση Φά’ τους πριν σε φάνε και υπήρξε η μεγαλύτερη αποτυχία της Ρένας. Ειρωνεία της τύχης: Στο θίασο, σε έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους έπαιζε η Μπέτυ Βαλάση, η οποία λίγες μέρες μετά θα γινόταν πασίγνωστη, ως τηλεοπτική Λωξάντρα.
Και λίγο σινεμά
Στις αρχές της καριέρας της η Τζένη Καρέζη είχε υποδυθεί τη Μυρίνη στην παράσταση του Αλέξη Σολωμού στο Εθνικό. Τελικά έμελλε να υποδυθεί και τη Λυσιστράτη, αλλά όχι στο θέατρο, στο σινεμά.
Το 1972 έγινε λοιπόν η αριστοφανική ηρωίδα σε ένα αρκούντως αναρχικό –για τα μέτρα της εποχής βέβαια– φιλμ, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Ζερβουλάκου. Μια ταινία που κατέχει ξεχωριστή θέση στην κινηματογραφική της ιστορία, καθώς ήταν και ο αποχαιρετισμός της στο μέσο που την έκανε σταρ και αιώνιο σύμβολο.
Σπύρος Δευτεραίος
















