Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ένας από τους σημαντικότερους και πιο αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες του 20ού και του 21ου αιώνα, πέθανε σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που ταυτίστηκε όσο λίγα με το φως, το χρώμα και την καλλιτεχνική ελευθερία.
Ο Βρετανός ζωγράφος, που έγινε παγκόσμια γνωστός μέσα από τις εμβληματικές απεικονίσεις πισινών, ηλιόλουστων τοπίων και καθημερινών στιγμών της Καλιφόρνιας, δεν σταμάτησε ποτέ να πειραματίζεται, να δημιουργεί και να αναζητά νέους τρόπους έκφρασης.
Από τον καμβά και τη φωτογραφία μέχρι το φαξ και τα iPad, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ παρέμεινε δημιουργικά ανήσυχος μέχρι το τέλος της ζωής του.
Γεννημένος στο Μπράντφορντ της βόρειας Αγγλίας, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο που αργότερα θα χαρακτήριζε το έργο του. Ο ίδιος συνήθιζε να θυμάται πως, ως παιδί, παρακολουθώντας τις ταινίες του Λόρελ και του Χάρντι, εντυπωσιαζόταν από τις έντονες σκιές του Χόλιγουντ.
«Οι έντονες σκιές σήμαιναν πολύ ήλιο. Σκέφτηκα ότι όπου κι αν βρίσκεται αυτό το μέρος, έχει πάντα λιακάδα», είχε πει στο BBC.
Αυτή η αναζήτηση του φωτός τον οδήγησε τελικά στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1960. Εκεί βρήκε το χρώμα και την ελευθερία που έψαχνε, δημιουργώντας έργα που έγιναν συνώνυμα μιας ολόκληρης εποχής.
«Είχα περάσει τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής μου στη γοτθική μουντάδα του Βορρά. Εδώ αισθάνομαι ελεύθερος», έλεγε.

Η πορεία του προς την καταξίωση ξεκίνησε από τις σχολές καλών τεχνών του Μπράντφορντ και του Λονδίνου. Στη Βρετανία των Swinging Sixties, με τα χαρακτηριστικά χοντρά γυαλιά και τα ξανθά μαλλιά του, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας.
Σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία εξακολουθούσε να διώκεται ποινικά στη Βρετανία, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ ενσωμάτωνε ανοιχτά στο έργο του θέματα ταυτότητας, επιθυμίας και προσωπικής ελευθερίας, αψηφώντας κοινωνικές συμβάσεις και προκαταλήψεις.
Στο Λονδίνο συναναστράφηκε προσωπικότητες όπως ο Ρούντολφ Νουρέγεφ και ο Μικ Τζάγκερ, ενώ κατά την πρώτη του επίσκεψη στη Νέα Υόρκη γνώρισε τον Άντι Γουόρχολ, με τον οποίο ανέπτυξε φιλική σχέση.
Οι πίνακές του με τις πισίνες της Καλιφόρνιας, τα γυμνά σώματα, τα σπίτια του Λος Άντζελες και το χαρακτηριστικό λαμπερό φως θεωρούνται πλέον ορόσημα της σύγχρονης τέχνης.
Το έργο «Portrait of an Artist (Pool with Two Figures)», ένα από τα πιο γνωστά της καριέρας του, πουλήθηκε το 2018 έναντι 90,3 εκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας τότε ρεκόρ για έργο εν ζωή καλλιτέχνη.
Παρότι ορισμένοι κριτικοί αντιμετώπισαν το έργο του ως υπερβολικά συνδεδεμένο με τον υλικό πλούτο και τον ηδονισμό της Καλιφόρνιας, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ κατέκτησε μια θέση ανάμεσα στους σημαντικότερους Βρετανούς καλλιτέχνες όλων των εποχών.

Με το πέρασμα των χρόνων, η θεματολογία του άλλαξε. Καθώς πολλοί φίλοι του χάνονταν από το AIDS, τα σκυλιά του –και ιδιαιτέρως τα αγαπημένα του ντάσχουντ– άρχισαν να εμφανίζονται όλο και συχνότερα στους πίνακές του.
Αργότερα επέστρεψε στην Αγγλία και εγκαταστάθηκε στο Γιορκσάιρ, όπου αφιερώθηκε στην απεικόνιση της φύσης και των μεταβαλλόμενων εποχών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε κυρίως στη Νορμανδία, συνεχίζοντας να δημιουργεί ακατάπαυστα.
Δεν δίστασε να αγκαλιάσει την τεχνολογία, χρησιμοποιώντας φαξ, φωτογραφικές συνθέσεις και αργότερα iPad για να παράγει νέα έργα, αποδεικνύοντας ότι η ηλικία δεν αποτελούσε εμπόδιο για την καλλιτεχνική ανανέωση.
Παρά τη διεθνή αναγνώριση, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας ακούραστος εργάτης της τέχνης. Όταν ρωτήθηκε πώς διατηρούσε την ίδια δημιουργική ορμή επί δεκαετίες, η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική:
«Δεν βγαίνεις ποτέ στη σύνταξη με κάτι τέτοιο. Συνεχίζεις μέχρι να πέσεις κάτω».
















