Σημαντική βελτίωση στην κατάστασή τους παρουσιάζουν όσοι υποφέρουν από το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (ΣΕΕ) αν ακολουθούν κάποιο πρόγραμμα ψυχοθεραπείας, σύμφωνα με νέα μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Λιντς στη Βρετανία. Οι επιστήμονες μελέτησαν τα αποτελέσματα 53 παλαιότερων ερευνών, κατά τις οποίες μερικοί από τους συμμετέχοντες είχαν ακολουθήσει θεραπεία με τα σκευάσματα που χρησιμοποιούνται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, ανάμεσα στα οποία και ορισμένα αντικαταθλιπτικά, ενώ στους υπόλοιπους είχαν χορηγηθεί ψευδοφάρμακα (πλασίμπο). Όπως διαπιστώθηκε, τα άτομα που έπαιρναν ψευδοφάρμακα παρουσίασαν μικρότερη βελτίωση σε σχέση με εκείνους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά ή κάποιο άλλο σκεύασμα για την καταπολέμηση του άγχους.
Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι μια κατάσταση που σχετίζεται άμεσα με το χρόνιο άγχος, η καταπολέμηση του οποίου αποτελεί βασικό τρόπο για την αντιμετώπιση και τη θεραπεία του ΣΕΕ.
Όσοι υποφέρουν από το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου παρουσιάζουν χρόνιο κοιλιακό πόνο και κράμπες, τυμπανισμό, δυσκοιλιότητα ή διάρροια, αλλά και δυσανεξία σε αρκετές τροφές. Όμως, έχει αποδειχθεί ότι η συνήθης θεραπευτική προσέγγιση δεν είναι εξίσου αποτελεσματική σε όλους, ακριβώς επειδή η κατάσταση αυτή έχει άμεση σχέση με το άγχος.
Ωστόσο, ανάμεσα στα συμπτώματα υπάρχουν και καταστάσεις όπως η κατάθλιψη και η σωματοποίηση, δηλαδή η τάση του οργανισμού να βιώνει και να εκφράζει το στρες με διάφορα κοινά συμπτώματα που εμφανίζονται στο σώμα. Σε αυτήν την περίπτωση, πολλοί ζητούν ιατρική βοήθεια για να ανακουφίσουν τα συμπτώματα αυτά, αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα αυτό που τα έχει προκαλέσει δεν είναι κάποιο πρόβλημα σωματικό, αλλά ψυχολογικό.
«Ένα από τα στοιχεία του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου είναι η αυξημένη ευαισθησία στις λειτουργίες του. Αυτό σημαίνει πως είτε είναι πιο ευαίσθητα τα νεύρα του εντέρου που λαμβάνουν μηνύματα από τον εγκέφαλο, είτε ο εγκέφαλος αντιδρά με πιο συναισθηματικό τρόπο στα σήματα που λαμβάνει από αυτό», εξήγησε στο πρακτορείο Reuters ο δρ Μάικλ Καμιλέρι από το Κολέγιο Ιατρικής και Επιστήμης της Mayo Clinic, που δεν συμμετείχε στη μελέτη. «Εφόσον στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποιο φάρμακο που να μειώνει την ευαισθησία των νεύρων, κάποιοι γιατροί χορηγούν φάρμακα που ελέγχουν την αντίδραση του εγκεφάλου, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί η συναισθηματική του αντίδραση», συμπλήρωσε.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στην Αμερικανική Επιθεώρηση Γαστρεντερολογίας και τονίζουν ότι η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη και η απόφαση για το αν είναι απαραίτητη θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο από ειδικούς και με μεγάλη προσοχή. Επίσης, θα πρέπει να ακολουθείται μόνο στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι τα συμπτώματα που υπάρχουν προέρχονται από την ύπαρξη κατάθλιψης, για την οποία δεν έχει γίνει διάγνωση.
- Με πληροφορίες από το Reuters.
















