Εμπρός επάρτεν τ’ άρματα, τ’ Ελλενικά σημαίας – και τοι αετούς
τ’ έναν περμέν’ η Πόλη – τ’ άλλο η Τραπεζούς.
Το 1957, και συγκεκριμένα στις 13 Μαρτίου, η Επιτροπή του Ομίλου των «Φίλων της Ποντιακής Εστίας» είχε διοργανώσει μια συνεστίαση διπλής χαράς: Ο ένας λόγος ήταν η συμπλήρωση οκτώ ετών κυκλοφορίας του ιστορικού περιοδικού, ο άλλος ήταν η βράβευση του Φίλωνα Κτενίδη αλλά και της Ποντιακής Εστίας από την Ακαδημία Αθηνών.
Σε εκείνη τη συνεστίαση ακούστηκε πρώτη φορά «Ο Ύμνος των Ποντίων».
Τον τραγούδησε (με τη μουσική του «Αητέντς επαραπέτανεν») ο Ποντιακός Καλλιτεχνικός Όμιλος Θεσσαλονίκης με συνοδεία λύρας, και ο κόσμος τον υποδέχτηκε με ευχάριστη έκπληξη. Έως τότε ήταν γνωστός ο «Ύμνος του Πόντου» που είχε γράψει ο Κτενίδης το 1918, όταν ονειρευόταν την ανεξαρτησία του Πόντου.
Ο Ύμνος των Ποντίων
Παιδία μ’ ανασπάλλωμε, τη Πόντου τα ραχία και τα χώματα,
τη Πόντου τα λιμάνια – τα χιλέμορφα.
Παιδία μ’ ανασπάλλωμε τη Διγενή τα κάστρα –τα ποντιακά
κάστρα και καστροπόδια– τα Βυζαντινά.
Εκεί εφέκαμ’ άταφους αδικοσκοτωμένους –τοι γονέοις εμούν
χωρίς ποππάν και διάκον– τ’ εγκλησόπα μουν.
Τα κάστρα τα περήφανα, τοι Κομνηνών τα τείχη – τα καστρότοιχα
κι ούλια τα μοναστήρια – αναμέν’ εμάς.
Περμέν’ η Μαύρη Θάλασσα –τα μαύρα θαλασσάκρια– τα Ποντιακά
χωρία, πολιτείας, ούλια Ελληνικά.
Περμένε ξάν να κλώσκουνταν εκείν’ π’ εξενιτεύταν –οι τραντέλληνες
οι πρώτοι αφεντάδες– ούλ’ οι Διγενείς.
Τα χρόνια όσον κι αν διαβαίν’ τα τόπους απομένε –και περμέν’ εμάς
ν’ εφτάγ’ν Λαμπρήν και Πάσχα– με τον Διγενή.
Εμάς περμέν’ Αγιά Σοφιά Πόλης και Τραπεζούντας ξάν’ – να λειτουργά
το Μέγα Μοναστήρι – να δοξολογά.
Εμπρός επάρτεν τ’ άρματα, τ’ Ελλενικά σημαίας – και τοι αετούς
τ’ έναν περμέν’ η Πόλη – τ’ άλλο η Τραπεζούς.
Φίλων Κτενίδης

















