Η απότομη άνοδος του δημοσιονομικού χρέους στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες αποτελεί τον κύριο μοχλό που πυροδοτεί την αύξηση των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα, προειδοποιεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρόσφατη έκθεσή του (Fiscal Monitor).
Το Ταμείο απευθύνει επείγουσα έκκληση προς τα ισχυρά κράτη, με πρώτες τις ΗΠΑ, να λάβουν άμεσα μέτρα για τη σταθεροποίηση των οικονομιών τους, προειδοποιώντας ότι η αδράνεια θα επιφέρει αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανάγκη για άμεση δράση υπογράμμισε ο Ροντρίγκο Βαλντές, διευθυντής του Τμήματος Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΔΝΤ, τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη να επιδειχθεί αυτοσυγκράτηση από τις κυβερνήσεις απέναντι στα αυξανόμενα χρέη που απειλούν να καταπιούν τους προϋπολογισμούς λόγω του υψηλού κόστους δανεισμού.
Ο Βαλντές επεσήμανε σε συνέντευξη Τύπου ότι, παρότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητά συχνά τη βελτίωση των δημοσιονομικών, αυτή τη φορά οι κυβερνήσεις οφείλουν να αντιληφθούν τον επείγοντα χαρακτήρα της ειδοποίησης.
Η αλλαγή αυτή επιβάλλεται από το πρωτοφανές μέγεθος του παγκόσμιου δανεισμού, τις πληθωριστικές πιέσεις και τις αλυσιδωτές επιπτώσεις που προκαλεί η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
«Δηλώνουμε τώρα ότι η κατάσταση είναι επείγουσα και είναι τώρα, επειδή ουσιαστικά, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Έτσι, αν θέλετε ένα μήνυμα, επικοινωνούμε την επείγουσα διάσταση του μηνύματος μας», σημείωσε χαρακτηριστικά ο αξιωματούχος του ΔΝΤ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η μέση απόδοση των 10ετών ομολόγων των χωρών της G7 σημείωσε αύξηση άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας μέσα στο διάστημα Φεβρουαρίου – Σεπτεμβρίου, σπάζοντας ρεκόρ σχεδόν δύο δεκαετίες. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει σημαντικά το κόστος δανεισμού σε μια περίοδο που το παγκόσμιο δημόσιο χρέος οδεύει να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2030, αγγίζοντας επίπεδα που έχουν να εμφανιστούν από την περίοδο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αν και παράγοντες όπως οι ανατιμήσεις στο πετρέλαιο, ο επίμονος πληθωρισμός, οι επενδυτικές ανάγκες και οι προσδοκίες από την τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζουν τις αποδόσεις, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στα θεμελιώδη δημοσιονομικά μεγέθη. Το διογκωμένο χρέος, οι αυξημένες δαπάνες και η προοπτική μαζικών νέων εκδόσεων ομολόγων αναγκάζουν τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν μακροπρόθεσμα τίτλους.
Ασφυκτική πίεση στους προϋπολογισμούς και τις κοινωνικές δαπάνες
Τα αποτελέσματα αυτής της πίεσης αποτυπώνονται ήδη στους κρατικούς προϋπολογισμούς:
- Το μέσο πραγματικό επιτόκιο δανεισμού των κυβερνήσεων αναμένεται να σκαρφαλώσει από το 2,3% που ήταν το 2021 στο 3,7% έως το 2031.
- Οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση τόκων προβλέπεται να υπερδιπλασιαστούν, φτάνοντας από το 2,8% του ΑΕΠ (προ πανδημίας) στο 5,7% το 2031, αγγίζοντας το ύψος των κονδυλίων που διατίθενται για την κοινωνική ασφάλιση.
Αυτή η συσσώρευση βαρών περιορίζει δραστικά τους διαθέσιμους πόρους για δημόσιες επενδύσεις, κοινωνική πολιτική αλλά και την αντιμετώπιση ενδεχόμενων οικονομικών υφέσεων. Την ίδια στιγμή, οι χώρες καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες ανάγκες για δαπάνες στην άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και τις συνέπειες της δημογραφικής γήρανσης.
Όσο καθυστερεί η προσαρμογή, τόσο πιο επώδυνη γίνεται
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι σε αυξανόμενο αριθμό χωρών, τα επιτόκια του νέου δανεισμού ξεπερνούν τους ρυθμούς ανάπτυξης, καθιστώντας απαραίτητα τα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα. Ωστόσο, η πορεία είναι αντίθετη, καθώς το παγκόσμιο πρωτογενές έλλειμμα αναμένεται να διευρυνθεί στο 3,3% του ΑΕΠ το 2026, ενώ για τη σταθεροποίηση του χρέους απαιτείται η υποχώρησή του στο 2,6%.
«Όσο περισσότερο περιμένουν οι χώρες, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η προσαρμογή», σημειώνει το Ταμείο. Το ΔΝΤ καλεί τις ανεπτυγμένες οικονομίες να καταρτίσουν αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια βασισμένα σε ρεαλιστικές παραδοχές, καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα διογκώσει το επιτοκιακό βάρος και θα στερήσει πολύτιμες επιλογές πολιτικής στο μέλλον.

















