Η οστεοπόρωση συχνά εξελίσσεται χωρίς συμπτώματα, μέχρι να συμβεί ένα κάταγμα. Η έγκαιρη διάγνωση και η εκτίμηση του κινδύνου είναι καθοριστικές, όπως εξήγησε ο ενδοκρινολόγος Γιώργος Τροβάς, μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου.
Ποιοι χρειάζονται μέτρηση οστικής πυκνότητας
Η DXA, γνωστή και ως DEXA, παραμένει η βασική εξέταση για τη διάγνωση. Το αποτέλεσμα αξιολογείται μαζί με το ιστορικό, τα προηγούμενα κατάγματα και άλλους παράγοντες κινδύνου.
Οι διεθνείς οδηγίες της ISCD συστήνουν έλεγχο σε γυναίκες από τα 65 και άνδρες από τα 70 έτη, καθώς και νωρίτερα όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου, κάταγμα ευθραυστότητας ή φάρμακα που επηρεάζουν τα οστά.
Τι ελέγχεται πριν από τη θεραπεία
Μια χαμηλή οστική πυκνότητα χρειάζεται διερεύνηση και για άλλες παθήσεις ή υποκείμενα αίτια. Σύμφωνα με τον Γιώργο Τροβά, ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει παραμέτρους όπως ασβέστιο, βιταμίνη D, παραθορμόνη και αλκαλική φωσφατάση.
Τα ευρήματα βοηθούν τον γιατρό να επιλέξει την κατάλληλη αγωγή, αποκλείοντας καταστάσεις όπως η οστεομαλακία ή η σπάνια υποφωσφατασία.
Κάθε πότε επαναλαμβάνεται η εξέταση
Η συχνότητα εξατομικεύεται, ανάλογα με την ηλικία, την αρχική μέτρηση, τη θεραπεία και τον κίνδυνο οστικής απώλειας.
• Στην οστεοπενία: Ο Γιώργος Τροβάς αναφέρει ενδεικτικά διάστημα δύο έως τριών ετών, ανάλογα με το προφίλ κινδύνου.
• Μετά την έναρξη ή αλλαγή θεραπείας: Οι οδηγίες της BHOF προτείνουν επανέλεγχο σε ένα έως δύο χρόνια.
• Όταν υπάρχει κίνδυνος ταχείας οστικής απώλειας: Μπορεί να χρειάζεται συχνότερος έλεγχος, όπως σε ορισμένες θεραπείες για τον καρκίνο του μαστού.
Τι φέρνουν οι υπέρηχοι
Ο ενδοκρινολόγος αναφέρεται και σε νεότερη μέθοδο με υπερήχους, χωρίς ιονίζουσα ακτινοβολία, που επιχειρεί να αξιολογήσει επιπλέον χαρακτηριστικά του οστού και τον μελλοντικό κίνδυνο κατάγματος. Όπως διευκρινίζει, η συγκεκριμένη τεχνολογία δεν έχει ακόμη ενταχθεί στο δημόσιο σύστημα υγείας στην Ελλάδα.

















