Τρία βασικά ζητήματα ανέδειξε η έντονη επικαιρότητα των τελευταίων ημερών, με κορυφαία γεγονότα την επίσκεψη Ρούμπιο και την παράδοση των οστών του Σαμουήλ.
Το πρώτο είναι η αποφυγή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών να τοποθετηθεί με σαφήνεια στο θέμα του «καλωδίου της Κάσου», αφού προηγουμένως προώθησε τις αμερικανικές επιδιώξεις. Η υπόθεση αυτή έχει γίνει σύμβολο της αναδίπλωσης της Αθήνας απέναντι στην τουρκική πίεση, και της δυσκολίας της να ασκήσει τα δικαιώματά της. Δεν τιμά μια χώρα να παρακαλεί άλλες δυνάμεις –ακόμη και ιδιωτικές εταιρείες– να την βοηθήσουν να ασκήσει τα δικαιώματά της. Φανερώνει έλλειμμα πραγματικής κυριαρχίας.
Το δεύτερο είναι η προσπάθεια να αποκτήσει ο τραμπισμός συνεκτικότερο ιδεολογικό περιεχόμενο μέσα από την πολιτική αντίληψη που εκφράζει ο Ρούμπιο.
Το τρίτο αφορά μια τάση στην Ελλάδα που στο όνομα του αντιεθνικισμού αντιμετωπίζει με καχυποψία όσα θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη συνοχή και την ιστορική συνέχεια της ελληνικής κοινωνίας. Στην υπόθεση του Σαμουήλ, εκείνο που ενόχλησε ήταν η ευκολία των πανηγυρισμών για την παράδοση των οστών του, χωρίς αντίστοιχη επιμονή για τα κειμήλια και τα έγγραφα που οι Βούλγαροι άρπαξαν από τις μονές της Μακεδονίας και της Θράκης.
Στην Πνύκα ο Ρούμπιο μίλησε με αυτοπεποίθηση για την πολιτισμική κληρονομιά και την ανασυγκρότηση της Δύσης. Όταν όμωςρωτήθηκε για το καλώδιο, η σαφήνεια υποχώρησε.
Η αναγνώριση της ιστορικής προσφοράς της Ελλάδας δεν συνεπάγεται υποστήριξη των σημερινών κυριαρχικών δικαιωμάτων της, έστω και αν είναι αναμφισβήτητα. Στην περίπτωση της Κάσου η Τουρκία παρενέβη σε οριοθετημένη με την Αίγυπτο ΑΟΖ της Ελλάδας.
Ο Ρούμπιο αναφέρθηκε σε ευαίσθητες περιφερειακές συνθήκες και σε άλλες εμπλεκόμενες χώρες, παραπέμποντας στη διπλωματία και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν κατονόμασε την Τουρκία. Η Αθήνα θα ανέμενε κάτι καλύτερο.
Η υπόθεση της Nexans, της εταιρείας που ανέλαβε την πόντιση του καλωδίου, αναδεικνύει το ίδιο πρόβλημα. Στην επιστολή της προς την Καθημερινή, η εταιρεία αρνήθηκε ότι είχε ή σχεδίαζε επαφές με τις τουρκικές Αρχές, και διευκρίνισε ότι δεν λαμβάνει θέσεις σε πολιτικά και γεωπολιτικά ζητήματα. Η διευκρίνιση αυτή αφήνει εκτεθειμένες τις προσδοκίες ότι ένας ιδιωτικός ανάδοχος θα μπορούσε να διευθετήσει το πολιτικό αδιέξοδο.
Η ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής δεν μεταβιβάζεται σε μια εταιρεία, όσο μεγάλη κι αν είναι. Η κυβέρνηση οφείλει να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αποφάσεών της.
Στην Πνύκα, ο Ρούμπιο παρουσίασε μια πολιτισμική αφήγηση που συνέδεε την αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη, το χριστιανισμό και την Αμερική. Ο λόγος του είχε μεταφιλελεύθερες αιχμές και εντασσόταν ακριβέστερα στον εθνοσυντηρητισμό. Έδινε βάρος στο έθνος, στην παράδοση και στην ιστορική συνέχεια, χωρίς να αναδεικνύει ανάλογα την πολιτική κληρονομιά του Διαφωτισμού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί, απολύτως και καθ’ ολοκληρίαν, τη μεταφιλελεύθερη θεωρία. Δείχνει όμως μια προσπάθεια ιδεολογικής συγκρότησης του τραμπισμού. Ο μεταφιλελευθερισμός διαθέτει ήδη θεωρητικές επεξεργασίες. Παραμένει ανοιχτό πώς αυτές θα συνδυαστούν και ποια πολιτική έκφραση θα αποκτήσουν.
Αν η εθνική κυριαρχία αποτελεί βασική αρχή της αμερικανικής κυβέρνησης, πώς εφαρμόζεται όταν συναντά τις τουρκικές διεκδικήσεις; Οι ιδεολογικές συγγένειες δεν καταργούν τον υπολογισμό των συμφερόντων.
Στην υπόθεση των οστών του Σαμουήλ και των κειμηλίων της Βόρειας Ελλάδας συναντάμε μια διαφορετική, εσωτερική αντίφαση. Η αφαίρεση των κειμηλίων έχει συγκεκριμένη και γνωστή ιστορία. Η διεκδίκησή τους δεν αποτελεί εθνικιστική υπερβολή.
Εκείνο που ενοχλεί είναι η επιλεκτική ευαισθησία ορισμένων Ελλήνων: απορρίπτουν ελληνικά επιχειρήματα ως εθνικιστικά, αλλά αντιμετωπίζουν με ανοχή, κάποτε και με συμπάθεια, τις εθνικές αφηγήσεις των άλλων. Το κριτήριο αλλάζει ανάλογα με το ποιος διεκδικεί.
Διακρίνονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις που αντιπαλεύουν εδώ και χρόνια στην Ελλάδα.
Η μία συνδέει την ιδιότητα του Έλληνα με την ιστορική συνείδηση, τη γλώσσα, τη μνήμη και την αναζήτηση της συνέχειας. Η άλλη την αντιλαμβάνεται πρωτίστως ως ιδιότητα πολίτη και προσήλωση στους συνταγματικούς θεσμούς. Οι φορείς της δεύτερης αντίληψης θα μπορούσαν να ονομαστούν «συνταγματικοί Έλληνες».
Η πρώτη έχει ισχυρότερη παρουσία στην κοινωνία, ενώ η δεύτερη δυσανάλογη επιρροή στη διαχείριση και στη νομή της εξουσίας. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική αντίληψη και στην άσκηση της εξουσίας είναι επικίνδυνη.

















