Η σημερινή Τραπεζούντα (η Trabzon των Τούρκων) μοιάζει να έχει φορέσει πάνω από τη μεσαιωνική πόλη ένα δεύτερο, πολύ στενό, ρούχο. Και όμως, αν ακολουθήσει κανείς το χάρτη της έρευνας, αναδύεται ένα ένδυμα ξηλωμένο και ξαναραμμένο: μια πλατεία που υπήρξε αγορά, ένας δρόμος πάνω στον αρχαίο άξονα, η διαδρομή μιας βυζαντινής πομπής, εκκλησίες που έγιναν τζαμιά, παρεκκλήσια κρυμμένα στη βλάστηση.
Η Τραπεζούντα είναι ένα παλίμψηστο. Παρά τις καταστροφές, δρόμοι, πλατείες και κεντρικοί άξονες επιτρέπουν να «διαβάσουμε» τη μεσαιωνική ιστορία της μέσα στη σύγχρονη μεγαλούπολη.
Τι απέμεινε, τι χάθηκε και τι κινδυνεύει να σβήσει τώρα; Στο pontosnews.gr απαντούν από κοινού δύο Τουρκάλες ερευνήτριες, η δρ Σελίν Σουρ (Selin Sur) και η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ουφούκ Σερίν (Ufuk Serin). Η έρευνα αποτελεί μέρος της διδακτορικής διατριβής της Σουρ, με επιβλέπουσα τη Σερίν· παρουσιάστηκε εκ νέου στις 25 Αυγούστου 2026, στο 25ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών στη Βιέννη.
Τι κρύβεται πίσω από το 53%
Το εντυπωσιακό ποσοστό προέκυψε από την καταμέτρηση των σωζόμενων και χαμένων θέσεων που μπορούσαν να χαρτογραφηθούν όταν δημοσιεύθηκε το κοινό άρθρο τους. Περιλαμβάνει οχυρώσεις, γενοβέζικα και βενετσιάνικα κάστρα, το παλάτι των Μεγάλων Κομνηνών, θρησκευτικούς χώρους –μεσαιωνικούς και κτίσματα του 19ου αιώνα με πιθανή μεσαιωνική προέλευση–, υδραγωγεία, γέφυρες, πηγάδια, πλατείες και δρόμους.
Το 53% δεν είναι ένας αμετάβλητος τελικός αριθμός. Η ολοκληρωμένη, ακόμη αδημοσίευτη μορφή της διατριβής περιλαμβάνει περισσότερες θέσεις και, επομένως, διαφορετική αναλογία.
Οι ερευνήτριες δεν ιεραρχούν εύκολα τις απώλειες. «Κάθε στοιχείο μιας πολιτιστικής κληρονομιάς είναι πολύτιμο» επισημαίνουν, ενώ η ελλιπής τεκμηρίωση πολλών χαμένων κτηρίων δεν επιτρέπει ασφαλείς συγκρίσεις.
Εκείνο που θεωρούν ίσως πιο ξεχωριστό στη μεσαιωνική Τραπεζούντα είναι ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της, ο οποίος αποτυπωνόταν και στην αρχιτεκτονική. Πλάι στον κατά κύριο λόγο ελληνικό και αρμενικό πληθυσμό, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί διατηρούσαν εμπορικούς σταθμούς σε αυτό το μεγάλο λιμάνι του Εύξεινου Πόντου. Η πόλη αποτελούσε συγχρόνως τόπο συνάντησης εμπόρων από την Ανατολή – Καυκάσιων, Τουρκομάνων και Περσών.
Οι αλληλεπιδράσεις τους διακρίνονται στα κτήρια –όπως η Αγία Σοφία– και στα τοπωνύμια: το μεϊντάν (meydan), περσική και τουρκική λέξη για την πλατεία, απαντά στις μεσαιωνικές πηγές ως μαϊτάνιν. Οι περισσότερες πόλεις της Ανατολίας ήταν πολυπολιτισμικές κατά τον Μεσαίωνα, διευκρινίζουν· η Τραπεζούντα όμως, υπήρξε ιδιαιτέρως… πλούσια από αυτή την άποψη, λόγω της στρατηγικής θέσης της.

Ξεχωρίζουν πάντως το εν μέρει σωζόμενο Αυτοκρατορικό Παλάτι των Μεγάλων Κομνηνών, ένα από τα ελάχιστα δείγματα κοσμικής βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Γνωστό και ως Χρυσό Παλάτι, βρίσκεται στην ακρόπολη και χρονολογείται αδρομερώς στον 13ο αιώνα.
Η πόλη που αρνείται να εξαφανιστεί
Τα βασικά χαρακτηριστικά και ο αστικός χαρακτήρας της Τραπεζούντας διαμορφώθηκαν ήδη στην Αρχαιότητα. Σε κάθε αιώνα που ακολούθησαν επαναχρησιμοποιήθηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν τα στοιχεία της, ώστε να προσαρμοστούν στις νέες ανάγκες.
Παρότι ο εκσυγχρονισμός του 19ου αιώνα μεταμόρφωσε σημαντικά τις οθωμανικές πόλεις, η Τραπεζούντα διατήρησε τον μεσαιωνικό χαρακτήρα της έως τα μέσα του 20ού.
Ο μητροπολίτης Κωνστάντιος (1830-1879) πρωτοστάτησε στην ανοικοδόμηση αρκετών μεσαιωνικών εκκλησιών και μονών, την εποχή που οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί αποκτούσαν δικαιώματα του πολίτη, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα να ανεγείρουν τους δικούς τους χώρους λατρείας. Είναι η εποχή του Χάτι Χουμαγιούν: Νέες εκκλησίες χτίζονται σε διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και ορισμένες μεγαλύτερες από εκείνες που αντικατέστησαν.
Ορισμένοι βυζαντινοί ναοί διατηρήθηκαν επειδή είχαν ήδη μετατραπεί σε τζαμιά: η Παναγία Χρυσοκέφαλος, η Αγία Σοφία και ο Άγιος Φίλιππος. Άλλοι χάθηκαν κατά την αστικοποίηση του 20ού αιώνα. Σήμερα επτά μεσαιωνικές εκκλησίες λειτουργούν ως τζαμιά, ενώ η Αγία Άννα, ο αρχαιότερος ναός της πόλης, και η Μονή Παναγίας Θεοσκεπάστου (Kızlar Manastırı) λειτουργούν ως μουσεία.
Σώζονται επίσης ορισμένες λαξευτές εκκλησίες, αν και σε κακή κατάσταση.

Και όμως, το νήμα δεν κόπηκε. Διατηρούνται η πιθανή θέση του τζυκανιστηρίου (σταδίου), όπου η βυζαντινή ελίτ έπαιζε τζυκάνιο (είδος πόλο με έφιππους), και το Μεϊντάν, η δημόσια πλατεία που υπήρξε ήδη η αρχαία αγορά και παραμένει σημαντικό σημείο της σημερινής πόλης.
Σώζεται και ο αρχαίος decumanus, ο βασικός οδικός άξονας που αργότερα αποτέλεσε τμήμα της πομπικής οδού προς την Αγία Σοφία, καθώς και μερικοί ακόμη δρόμοι που μνημονεύονται στις μεσαιωνικές πηγές.
«Παρά τις μεγάλες μεταμορφώσεις, είναι ακόμη δυνατόν να ανιχνεύσει κανείς τη μεσαιωνική πόλη», λένε η Σελίν Σουρ και η Ουφούκ Σερίν.
Μετά τη δημογραφική ρήξη
Οι ελληνορθόδοξες και αρμενικές εκκλησίες, οι μονές και τα κοινοτικά κτήρια αρχικά εγκαταλείφθηκαν και έπαψαν να χρησιμοποιούνται, ή απέκτησαν νέες –κατά κανόνα κοσμικές– χρήσεις μετά τις δημογραφικές ανατροπές των αρχών του 20ού αιώνα και τον ξεριζωμό των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Τις επόμενες δεκαετίες τα περισσότερα χάθηκαν από την αστικοποίηση, η οποία εκμεταλλεύτηκε την απουσία αποτελεσματικού νομικού πλαισίου προστασίας μέχρι τη δεκαετία του 1970.
Οι δύο ερευνήτριες διευκρινίζουν ότι «η καταστροφή δεν στόχευσε ειδικά την ελληνική ή την αρμενική κληρονομιά»· έπληξε όλα τα ιστορικά κτήρια, ακόμη και τα οθωμανικά.
Ωστόσο, η αδιάκοπη κατεδάφιση στο όνομα της αστικοποίησης είχε ένα αμείλικτο αποτέλεσμα: καμία αρμενική εκκλησία της Τραπεζούντας δεν σώζεται. Τη θέση της μοναδικής αρμενικής μονής Αμεναπρκίτς (Amenaprkich) –του Παντοσώστη, γνωστής ως Καϊμακλί (Kaymaklı)– κατέλαβαν κατοικίες, αν και επιβίωσαν κάποια τμήματα των μοναστηριακών κτισμάτων.
Η ελληνορθόδοξη Μονή της Παναγίας Θεοσκεπάστου αποκαταστάθηκε και άνοιξε ως μουσείο το 2021. Αντίθετα, τα λαξευτά κατάλοιπα μονών όπως ο Άγιος Σάββας και ο Στύλος βρίσκονται σε παρακμή: μετά την Ανταλλαγή έπαψαν να χρησιμοποιούνται και να συντηρούνται και έμειναν περισσότερο εκτεθειμένα στις φυσικές φθορές και σε άλλους εξωτερικούς παράγοντες.
«Ξένη» κληρονομιά
Η βυζαντινή κληρονομιά στην Τουρκία αντιμετωπίζεται συχνά ως «ξένη», παραμελημένη ή αμφισβητούμενη και επανερμηνεύεται μέσα από σύγχρονες ιδεολογικές αφηγήσεις. Οι ερευνήτριες διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι οι ιδεολογικές αφηγήσεις –όποιες κι αν είναι– δεν αποτελούν από μόνες τους εμπόδιο για τη νομική προστασία ενός μνημείου.
Απ’ όλες τις θέσεις που μελέτησαν, μόνο μία εκκλησία του 19ου αιώνα, η οποία σήμερα στεγάζει εκπαιδευτικό κέντρο, αποχαρακτηρίστηκε. Είχε αλλοιωθεί σε τέτοιον βαθμό ώστε, σύμφωνα με τα επίσημα αρχειακά έγγραφα, να έχει «χάσει την αρχιτεκτονική αξία της». Όλες οι υπόλοιπες θέσεις είναι νομικά καταγεγραμμένες.
Όμως η νομική καταγραφή δεν εγγυάται επαρκή προσοχή και διαρκή συντήρηση.
Οι εκκλησίες που λειτουργούν ως τζαμιά συντηρούνται συνεχώς, αλλά οι ιδεολογικές προτεραιότητες επηρεάζουν αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται. Οι επίσημες στρατηγικές προστασίας και διαχείρισης προκρίνουν το «ζωντανό στρώμα» των μνημείων, δηλαδή τη σημερινή λειτουργία τους. Έτσι, οι προγενέστερες βυζαντινές οικοδομικές φάσεις και η λειτουργική τους σημασία σπανίως εντάσσονται στην επιτόπια ερμηνεία και αυτή η ιστορία μένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στον καθημερινό επισκέπτη.
Όσα κτήρια λειτουργούν ως μουσεία βρίσκονται σε σχετικά καλή κατάσταση και παρέχουν πληροφορίες στο χώρο. Αντίθετα, τα λαξευτά μνημεία είναι ερειπωμένα και, επειδή δεν μπορούν να αποκτήσουν κάποια πρακτική χρήση, παραμένουν αχρησιμοποίητα.

Η Αγία Σοφία συμπυκνώνει αυτή την αντιπαράθεση. Το 2013 μετατράπηκε ξανά σε τζαμί, έπειτα από 50 χρόνια λειτουργίας ως μουσείο. Η αρχική διαδικασία προκάλεσε δημόσια συζήτηση, καθώς οθόνες, κουρτίνες και χαλιά κάλυψαν όλα τα διακοσμητικά στοιχεία. Οι σύγχρονες προσθήκες της αποκατάστασης του 2020, εκτιμούν οι ερευνήτριες, ταιριάζουν καλύτερα στην αρχιτεκτονική παρουσίαση του κτηρίου.
Η επαναμετατροπή του 2013 δείχνει καθαρά πώς τα μνημεία μπορούν να γίνουν εργαλεία σύγχρονων πολιτικών και πολιτισμικών αντιπαραθέσεων. Οι παρεμβάσεις του 2020 επιχείρησαν, αντιθέτως, έναν πιο ισορροπημένο χωρικό συμβιβασμό. Άλλωστε, πρόσφατες κοινωνικές έρευνες δείχνουν ότι η Αγία Σοφία λειτουργεί πρωτίστως ως πολιτιστικό τοπόσημο και κοινός δημόσιος χώρος, υπερβαίνοντας μια αυστηρά μονολειτουργική ταυτότητα.
Όσα μπορεί ακόμη να σβήσουν
Στην πιο επισφαλή θέση βρίσκονται σήμερα τα λαξευτά παρεκκλήσια και οι τάφοι. Παλαιότεροι μελετητές θεωρούσαν ότι πιθανότατα ανάγονται στην Αρχαιότητα και χρησίμευαν ως χώροι λατρείας ή ταφής της μιθραϊκής λατρείας. Στους βυζαντινούς χρόνους τα παρεκκλήσια εντάχθηκαν σε μοναστήρια και διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Μονή του Αγίου Σάββα στο Μίθριο όρος, οι μοναχοί εξακολούθησαν να τα χρησιμοποιούν και να τα φροντίζουν έως τον 20ό αιώνα.
Σήμερα ακόμη και τα ήδη γνωστά και νομικά προστατευμένα μνημεία είναι εγκαταλειμμένα και στερούνται συντήρησης. Η μακροχρόνια έκθεση στην υγρασία, η ανεξέλεγκτη βλάστηση, οι καιρικές φθορές και οι βανδαλισμοί έχουν υποβαθμίσει σοβαρά τα ζωγραφισμένα επιχρίσματα στο εσωτερικό τους.
Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για όσα δεν έχουν ανακαλυφθεί. Μέσα στην πυκνή βλάστηση της πόλης είναι εύκολο να περάσουν απαρατήρητα και να χαθούν εξαιτίας της συνεχιζόμενης, ταχείας αστικοποίησης πριν καν προλάβουν να καταγραφούν.
Για τη διάσωσή τους χρειάζεται, σύμφωνα με τις δύο ερευνήτριες, ένα αποτελεσματικό σχέδιο διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, το οποίο θα εμπλέκει τους κατοίκους στη διαδικασία προστασίας μέσω της εκπαίδευσης. Παράλληλα, τα μνημεία πρέπει να ενταχθούν στην ιστορική αφήγηση της Τραπεζούντας με ολιστικό, ενιαίο και βιώσιμο τρόπο. Μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης ως σύνολο – και όχι μόνον όσα μνημεία εξακολουθούν να έχουν μια πρακτική χρήση.

Τελικά, ποιος «σκέπασε» τη βυζαντινή πόλη; Δεν υπάρχει ένα… χέρι ούτε μία χρονολογία. Την έσβησαν λίγο-λίγο η εγκατάλειψη, η δημογραφική ρήξη, η άναρχη αστικοποίηση, η καθυστερημένη προστασία και η επιλεκτική μνήμη. Τουλάχιστον όμως, δεν την εξαφάνισαν όμως ολοκληρωτικά.

Η δρ Σελίν Σουρ σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Γιλντίζ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αποκατάσταση στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης, με έρευνα για τα Τείχη του Γαλατά.
Αναγορεύθηκε διδάκτωρ στο πρόγραμμα Διατήρησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Τεχνικού Πανεπιστημίου Μέσης Ανατολής, με τη διατριβή «Μια μεσαιωνική πόλη σε μεταμόρφωση: Τεκμηρίωση, ταυτοποίηση και αξιολόγηση της βυζαντινής κληρονομιάς της Τραπεζούντας με χρήση GIS».
Ερευνά τη μεσαιωνική και βυζαντινή αρχιτεκτονική, την αστική αρχαιολογία, την τεκμηρίωση και την ψηφιακή διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία ως αρχιτέκτονας αποκατάστασης.


















