Ο Βούλγαρος στρατιώτης στέκεται δίπλα στον Έλληνα, με το ξίφος υψωμένο απέναντι στον κοινό εχθρό. Λίγους μήνες αργότερα, στην ίδια εικόνα, μια ανοιχτή παλάμη θα σκεπάσει το πρόσωπό του. Μια δεύτερη θα προστεθεί στη σημαία του. Η ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων είχε προλάβει να αλλάξει πορεία – και το τυπογραφείο ακολουθούσε.
Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο επαναφέρει τη χρωμολιθογραφία «Τα Βαλκάνια κατά του Τυράννου», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1912 από το λιθογραφείο Β. Παπαχρυσάνθου.
Στις 5 Οκτωβρίου 1912, με το τότε ισχύον ημερολόγιο, η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο πλευρό της Σερβίας, της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου. Το διάγγελμα του Γεωργίου Α’ μιλούσε για «αδελφών συμμάχων Κρατών».
Η εικόνα μετέφερε αυτό το μήνυμα με εύληπτα σύμβολα: τέσσερις στρατιώτες πολεμούσαν έναν δράκο που προσωποποιούσε την οθωμανική εξουσία. Πάνω τους, μια φτερωτή μορφή κρατούσε σταυρό και κλαδί, ενώ οι σημαίες των συμμάχων πλαισίωναν τη σύνθεση.
Δύο παλάμες άλλαξαν το μήνυμα
Η συμμαχία συνυπήρχε με ανταγωνιστικές βλέψεις, κυρίως στη Μακεδονία. Η ελληνοβουλγαρική συμφωνία του 1912 δεν προέβλεπε τη διανομή των εδαφών που θα καταλαμβάνονταν. Ούτε η Συνθήκη του Λονδίνου, τον Μάιο του 1913, έλυσε το ζήτημα της κατανομής τους μεταξύ των νικητών.
Στις 16/29 Ιουνίου 1913, η βουλγαρική επίθεση κατά ελληνικών και σερβικών δυνάμεων άνοιξε τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι βρίσκονταν πλέον αντιμέτωποι.
Η λιθογραφία ανατυπώθηκε με τις μούτζες και ένα υβριστικό στιχούργημα υπό τον τίτλο «Δέκα μούντζες». Το βασικό σκηνικό διατηρήθηκε, αλλά ο Βούλγαρος στρατιώτης είχε πλέον σημαδευτεί ως εχθρός.
Οι «λαϊκές εικόνες» τυπώνονταν σε πολλαπλά αντίτυπα και πωλούνταν φτηνά. Μέσα από αυτές, η πολεμική επικαιρότητα αποκτούσε ήρωες, τέρατα και συνθήματα, μεταφέροντας τον ενθουσιασμό ή την εχθρότητα της εποχής.

















